ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ

Ο ουρανός κρεμόταν βαρύς, ένα πέπλο από καπνό και υγρασία που έπνιγε το φως του ήλιου, κάνοντάς το να μοιάζει με θολή ανάμνηση. Η ψιλή, διαπεραστική βροχή τρύπωνε το ακριβό ύφασμα των σακακιών τους, κολλώντας τα πουκάμισα πάνω στο δέρμα τους. Με κάθε ανάσα, ο αέρας γέμιζε τα πνευμόνια με μια αποπνικτική γεύση καυσαερίου και τη λιγωτική σαπίλα των σκουπιδιών που ξεχείλιζαν από τους κάδους. Δεύτερη εβδομάδα απεργίας των υπαλλήλων καθαριότητας.

Τα πόδια τους πατούσαν βιαστικά πάνω στις ραγισμένες πλάκες του πεζοδρομίου. Έκαναν ελιγμούς για να αποφύγουν τα παράνομα παρκαρισμένα μηχανάκια και μετά έναν μικρό καταρράκτη βρώμικου νερού που έτρεχε από μια σκουριασμένη υδρορροή. Τα γυαλισμένα, δερμάτινα παπούτσια τους τσαλαβουτούσαν σε λιμνούλες όπου επέπλεαν ξεσκισμένες πλαστικές σακούλες και αποτσίγαρα.

Προχωρούσαν με τους γιακάδες σηκωμένους. Ο πρώτος, ο Μάικ, σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα του από το έδαφος. Το πλατύ του πρόσωπο, με τη στραβή, σπασμένη μύτη, έμεινε ανέκφραστο, αλλά στα μάτια του φάνηκε μια σπίθα ειρωνείας καθώς χάζευε ένα γκράφιτι στον απέναντι τοίχο: μια αφηρημένη, πολύχρωμη κραυγή πνιγμένη από μουτζούρες και συνθήματα. Ποντίκια σε κλουβί, σκέφτηκε. Οι φαρδιοί του ώμοι κινούνταν με μια χαλαρότητα που δεν ταίριαζε με το βιαστικό τους βήμα, η σιγουριά κάποιου που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Δίπλα του, ο νεότερος, ο Άλεκ, περπατούσε πιο σφιγμένος. Τα σκούρα, ατίθασα μαλλιά του ήταν κολλημένα από την υγρασία στο μέτωπό του. Τα μαύρα, κοφτερά του μάτια δεν σταμάτησαν να ερευνούν τα πάντα: τα παράθυρα των κτιρίων, τις σκιές στις εισόδους, τα πρόσωπα των λιγοστών περαστικών. Μέσα στην τσέπη του σακακιού του, τα μακριά, νευρώδη δάχτυλά του, σημαδεμένα από παλιές γρατζουνιές, έπαιζαν ασταμάτητα με έναν αναπτήρα. Το ρυθμικό, μεταλλικό κλικ-κλικ συγχρονίζονταν στον μονότονο ήχο της βροχής.

Χωρίς να επιβραδύνουν ή να κοιτάξουν, κατέβηκαν από το πεζοδρόμιο και διέσχισαν τον δρόμο. Ένα αυτοκίνητο φρενάρισε απότομα και κόρναρε, κανείς δεν του έδωσε σημασία. Στην άλλη πλευρά, μια γυναίκα που κουβαλούσε σακούλες από το σούπερ μάρκετ έκανε ένα διστακτικό βήμα πίσω για να τους αφήσει να περάσουν, σφίγγοντας τα ψώνια της πάνω της. Κάποιοι τους κοίταξαν φευγαλέα, ένα βλέμμα αναγνώρισης που έσβηνε αμέσως, και μετά χαμήλωσαν τα μάτια ή άλλαξαν κατεύθυνση. Ένας αόρατος κύκλος δημιουργούνταν γύρω τους, μια απόσταση που δεν την επέβαλλαν οι ίδιοι, αλλά το ένστικτο των άλλων.

Έφτασαν έξω από μια χαμηλή πόρτα χωρίς ταμπέλα, στην άκρη του δρόμου. Μια βαριά μυρωδιά από καμένο καφέ και ταγγισμένο, πολυχρησιμοποιημένο λάδι ξεχύθηκε και τους τύλιξε πριν καν μπουν μέσα. Το κουδουνάκι πάνω από την πόρτα χτύπησε, ένας ήχος που έκανε τον μάγειρα στο βάθος να παγώσει για μια στιγμή πάνω από το τηγάνι του όταν τους είδε.

Ο Μάικ μπήκε πρώτος, με τον Άλεκ να κλείνει την πόρτα πίσω του, σφραγίζοντας τον θόρυβο της βροχής έξω. Το φως μέσα ήταν λιγοστό και κιτρινωπό. Οι τοίχοι γυάλιζαν λιπαρά, ποτισμένοι από τον καπνό δεκαετιών, και πάνω τους κρέμονταν στραβά ξεθωριασμένα πόστερ από μέρη που κανείς εδώ μέσα δεν θα πήγαινε ποτέ.

Διέσχισαν τον μικρό χώρο και κατευθύνθηκαν στο γωνιακό τραπέζι δίπλα στη βρώμικη τζαμαρία. Έσυραν βαριά τις καρέκλες, ο ήχος τους γρατζούνισε τα φθαρμένα πλακάκια του πατώματος. Οι ελάχιστοι άλλοι πελάτες –ένας γέρος που διάβαζε την εφημερίδα του, δύο εργάτες με λερωμένες φόρμες– απέστρεψαν το βλέμμα, βυθίστηκαν ξανά στον καφέ τους, έγιναν αόρατοι.

Ο Άλεκ έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Ο αναπτήρας έκανε ένα κοφτό κλικ και η φλόγα φώτισε για μια στιγμή τα γωνιώδη χαρακτηριστικά του. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και άφησε τον καπνό να ανέβει αργά προς το ταβάνι. Κανείς δεν είπε λέξη για την ταμπέλα “ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ” που κρεμόταν στραβά πάνω από τον πάγκο. Το βλέμμα του επισκοπούσε τον χώρο: την πόρτα, το παράθυρο, την αντανάκλασή τους στο τζάμι. Μια συνήθεια που δεν έφευγε ποτέ.

«Δυο σκέτους και δυο ομελέτες με έξτρα μπέικον,» φώναξε ο Μάικ προς την κουζίνα, χωρίς καν να κοιτάξει προς τα εκεί.

Λίγο μετά, εμφανίστηκε μια κοπέλα. Αδύνατη, με τα σκούρα μαλλιά της μαζεμένα σε έναν πρόχειρο κότσο και βαθιές, μωβ σκιές κάτω από τα μάτια. Κρατούσε τον δίσκο σφιχτά, τόσο που οι αρθρώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει. Πλησίασε το τραπέζι τους αθόρυβα και άφησε τις κούπες και τα πιάτα, προσέχοντας να μην τους κοιτάξει καθόλου στα μάτια. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρώς, κάνοντας τον καφέ να κυματίζει επικίνδυνα κοντά στο χείλος της κούπας.

Τα μάτια του Μάικ έγιναν δύο ύπουλες σχισμές. Το βλέμμα του σύρθηκε αργά πάνω της, από τον σφιγμένο κότσο των μαλλιών της, στην πλάτη της, μέχρι κάτω, με μια αδιακρισία τόσο επιθετική που ήταν σχεδόν χειροπιαστή.

«Άμα δεν έχεις άντρα να σε προσέχει, κοπελιά, θα χαθείς σ’ αυτόν τον κόσμο,» η παλάμη του κάλυψε το χέρι της καθώς εκείνη άφηνε την παραγγελία τους. Η επαφή του ήταν ανατριχιαστική. Είχε κάτι κτητικό μέσα της.

Η κοπέλα τραβήχτηκε απότομα σαν να κάηκε, αλλά δεν απάντησε. Τα χείλη της σφίχτηκαν σε μια λεπτή γραμμή και το βλέμμα της στράφηκε αλλού, σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει.

Ο Άλεκ χαμογέλασε στραβά, βλέποντας την πλάτη της κοπέλας να σφίγγεται καθώς απομακρυνόταν. Φύσηξε έναν δακτύλιο καπνού προς το ταβάνι, απολαμβάνοντας την αμηχανία που κρεμόταν στον αέρα.

«Πάντα σκληρές στην αρχή,» είπε με μια χροιά χαιρεκακίας στη φωνή του. «Μετά όμως όλες γίνονται αρνάκια.»

Τα γέλια τους, δυνατά και βραχνά, έπνιγαν τον ήχο της βροχής και το τσιτσίρισμα από την κουζίνα. Οι λιγοστοί πελάτες κούνησαν νευρικά τα κεφάλια τους, βυθίζοντας το βλέμμα τους ακόμα πιο βαθιά στις κούπες τους. Οι ιστορίες που άκουγαν δεν άφηναν πολλά περιθώρια.

«…και μου λέει δεν θυμάται τίποτα,» γελούσε ο Μάικ, σπρώχνοντας με το πιρούνι του ένα κομμάτι μπέικον στο στόμα. «Του φρεσκάρισα τη μνήμη στο υπόγειο. Θυμήθηκε και τη γεύση του γάλακτος της μάνας του.»

Ο Άλεκ ξεφύσησε καπνό από τη μύτη του. «Έπρεπε να μας αφήσει ο Τζορτζ να καθαρίσουμε και τον άλλον τον μαλάκα με τα κομπιούτερ. Πολύ το σκέφτεται.»

Έτρωγαν γρήγορα, σχεδόν βίαια, με τα πιρούνια να ξύνουν τα πιάτα. Ανάμεσα στις μπουκιές και τις ρουφηξιές του καφέ, μισόλογα για “πιτσιρικάδες που την είδαν γκάνγκστερ”, για “εμπόρους που δεν πληρώνουν στην ώρα τους”, για “μάγκες που έμαθαν πού είναι η θέση τους”, ζωγράφιζαν μια εικόνα που όλοι στο μαγαζί ήξεραν ήδη να διαβάσουν.

Όταν τα πιάτα άδειασαν, ο Άλεκ έσπρωξε το φλιτζάνι του με δύναμη, κάνοντάς το να χτυπήσει πάνω στο πιατάκι. Τεντώθηκε, με τα κόκαλα της πλάτης του να κάνουν θόρυβο.

«Ήρθε η ώρα να πάμε να πάρουμε το γουρούνι.»

Ο Μάικ έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα από την τσέπη του και το πέταξε πάνω στα λερωμένα πιάτα, αδιαφορώντας που λερώθηκε από το λίπος και τον καφέ. Σηκώθηκαν ταυτόχρονα, χωρίς να γυρίσουν το κεφάλι πίσω τους.

Το «γουρούνι» τους περίμενε. Ο Τζορτζ Μονρό, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, τώρα απλός βουλευτής, χρειαζόταν οδηγούς και φρουρά για τη μετάβασή του στη Βουλή. Και αυτοί οι δύο, με τις αστυνομικές τους ταυτότητες κρυμμένες στις τσέπες, ήταν πολλά περισσότερα από αυτό. Ήταν τα χέρια του για τις δουλειές που λέρωναν, τα εργαλεία του για την «πειθώ» που δεν μπορούσε να ασκήσει ο ίδιος στα σαλόνια της εξουσίας.

Η κρύα, υγρή ανάσα της πόλης τους χτύπησε ξανά στο πρόσωπο. Διέσχισαν τον δρόμο προς το μαύρο, θωρακισμένο SUV που τους περίμενε, τεράστιο και ξένο ανάμεσα στα παλιά, ταπεινά αυτοκίνητα. Οι πόρτες έκλεισαν με έναν βαρύ, υπόκωφο ήχο, σφραγίζοντας τον κόσμο έξω. Μέσα, η μυρωδιά του δέρματος και του ακριβού αποσμητικού αυτοκινήτου αντικατέστησε τη σαπίλα της πόλης. Ένα κινούμενο φρούριο για έναν άνθρωπο που είχε πολλούς λόγους να φοβάται.

Ο Άλεκ έβαλε μπρος και ο κινητήρας γουργούρισε. Η ψιλή βροχή χόρευε πάνω στο αμάξωμα, με τις σταγόνες να κυλούν αργά σαν αίμα στο φιμέ τζάμι. Στη θέση του συνοδηγού, ο Μάικ έβγαλε το κινητό του. Η οθόνη άναψε και το μπλε φως της φώτισε το σαρδόνιο χαμόγελό του καθώς είδε στον αποστολέα το όνομα “Αμπντούλ”.

«Να το πουλάκι μου,» μια γωνία του στόματός του τραβήχτηκε προς τα πάνω σε ένα βρώμικο χαμόγελο. «Αυτοί οι πρεζάκηδες… δεν σε αφήνουν ποτέ από πληροφορίες. Δεν σου είπα, ε; Πηδούσα τη μάνα του προχτές.»

Το χαμόγελό του απλώθηκε, αποκρουστικό. «Θα κάνει τα πάντα για να γλιτώσει ο γιος της τη φυλακή. Θες να την επισκεφτούμε καμιά μέρα μαζί;»

Ο Άλεκ τον κοίταξε πλάγια, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Οι δρόμοι γλιστρούσαν κάτω από τις ρόδες του SUV. «Είσαι μεγάλο γουρούνι, ρε. Δεν σε πιστεύω ώρες ώρες,» είπε με φωνή επίπεδη.

Ο Μάικ έγλειψε τα χείλη του, ένα γρήγορο, υγρό πέρασμα της γλώσσας. «Η μικρή του αδερφή μου κάνει τη δύσκολη,» έκλεισε το μάτι στον Άλεκ, «αλλά θα τη στρώσω κι αυτή.»

Άνοιξε το μήνυμα.

“Έλα τώρα στο στενό πίσω από το σπίτι μου. Είναι επείγον.”

Το σαρδόνιο χαμόγελο εξαφανίστηκε απότομα.

«Στρίψε,» πρόσταξε με φωνή κοφτή. «Πάμε στο σπίτι του Αμπντούλ. Αν δεν είναι σοβαρό, θα το σπάσω στο ξύλο το κωλόπαιδο.»

Ο Άλεκ έστριψε απότομα το τιμόνι. Το SUV γρύλισε και βούτηξε σε ένα ανήλιο στενό. Οι τοίχοι των κτιρίων σχεδόν άγγιζαν τους καθρέφτες του οχήματος.

Βαθύτερα στα στενά της πόλης, εκεί όπου οι τουρίστες αποφεύγουν να πάνε, μια αδύνατη, σκοτεινή φιγούρα πεταγόταν ανυπόμονα πάνω κάτω, σαν παγιδευμένο ζώο. Ο Αμπντούλ. Τα μάτια του έτρεχαν πανικόβλητα παντού, σφίγγοντας έναν κίτρινο φάκελο στο χέρι του. Το πρόσωπό του, μόλις στα δεκαέξι, ήταν ήδη χαραγμένο με γραμμές που θα έπρεπε να πάρουν χρόνια για να σχηματιστούν.

Το SUV σταμάτησε δίπλα του. Το ηλεκτρικό παράθυρο του συνοδηγού κατέβηκε με ένα σιγανό βουητό. Ο Αμπντούλ πετάχτηκε μπροστά, σχεδόν κόλλησε το πρόσωπό του στο άνοιγμα.

«Μου πήραν το τηλέφωνο,» του είπε με κομμένη ανάσα. «Μου έδωσαν αυτό για εσάς.»

Ο Μάικ συνοφρυώθηκε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Άρπαξε τον φάκελο από το χέρι του παιδιού. «Ποιοι;»

«Δεν τους ξέρω…» Τα χείλη του μικρού έτρεμαν. Έσκυψε πιο κοντά, η φωνή του ένας ψίθυρος γεμάτος τρόμο. «Μου είπαν ότι μας παρακολουθούν. Αν με προδώσουν ότι σας μιλάω… οι φίλοι μου… θα με σκοτώσουν.»

Πριν προλάβει ο Μάικ να απαντήσει, ο Αμπντούλ είχε ήδη γυρίσει. Η φιγούρα του έγινε μια σκιά που την κατάπιε το επόμενο στενό.

Σιωπή. Μόνο το ρυθμικό τακ-τακ-τακ της βροχής στο καπό. Ο Μάικ κρατούσε τον φάκελο σαν να ήταν βόμβα. Ο Άλεκ, για πρώτη φορά, είχε ανασηκώσει ελαφρώς τα φρύδια, μια ανεπαίσθητη ρωγμή στην ανέκφραστη σκληρή μάσκα του.

Τα μάτια τους χτένισαν τους δρόμους, τις στέγες, τα παράθυρα. Τίποτα. Ο Μάικ έσχισε τον φάκελο. Μέσα, ένας δεύτερος, μικρότερος φάκελος, και ένα διπλωμένο χαρτί. Το ξεδίπλωσε.

“Μείνετε ψύχραιμοι. Είναι απλά άλλη μια δουλειά, αλλά από εδώ και πέρα, δουλεύετε για άλλο αφεντικό. Συγνώμη που δεν σας ρώτησα πρώτα. Άνοιξε τώρα τον φάκελο και συνέχισε το διάβασμα μετά.”

Ο Μάικ σήκωσε το βλέμμα του. Συνάντησε την απορημένη ματιά του Άλεκ.

«Περίμενε.» Τα δάχτυλά του έσκισαν τον δεύτερο φάκελο.

Μια στοίβα φωτογραφίες ξεχύθηκε στην αγκαλιά του. Ήταν οι ίδιοι. Σε σκοτεινά τραπέζια μπαρ, κάτω από γέφυρες, σε πάρκινγκ. Χέρια που αντάλλασσαν φακέλους γεμάτους χρήματα με γνωστά πρόσωπα της νύχτας. Ποτήρια που τσούγκριζαν με ανθρώπους που θα έπρεπε να συλλαμβάνουν. Ένιωσε ένα κρύο σφίξιμο στο στομάχι. Αυτές οι φωτογραφίες δεν ήταν απλώς απόδειξη. Ήταν μια θανατική καταδίκη. Αν έβγαιναν στη φόρα, η καλύτερη περίπτωση θα ήταν η φυλακή, γεμάτη ανθρώπους που θα τους περίμεναν με “χαρά”. Η χειρότερη, μια σφαίρα στο κεφάλι σε κάποιο χαντάκι.

Γλιστρούσε τις φωτογραφίες τη μία πάνω στην άλλη με τα δάχτυλά του. Οι ίδιοι, οι συνεργάτες τους, τα χρήματα, το ποτό… Και μετά, σταμάτησε. Ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες του και ξεροκατάπιε.

Στη φωτογραφία ήταν το δικό του σπίτι. Δύο άντρες με μαύρες κουκούλες και στρατιωτικά γιλέκα στέκονταν μπροστά στην πόρτα του. Ο ένας κρατούσε ένα αυτόματο όπλο με τον δείκτη κοντά στη σκανδάλη. Ο άλλος κρατούσε ξεδιπλωμένη την πρωινή εφημερίδα, με τον τίτλο της ολοκάθαρο. Τραβηγμένη σήμερα. Ήταν εκεί, αυτή τη στιγμή.

Μια επόμενη φωτογραφία. Το σπίτι του Άλεκ. Η ίδια σκηνή.

Ένιωσε τα σωθικά του να γίνονται κόμπος. Αυτό δεν ήταν δουλειά κάποιου τυχαίου. Ήταν οργανωμένο. Ακριβό. Έργο κάποιου παράφρονα ή κάποιου αποφασισμένου για ρήξη. Έπρεπε να διαπιστώσει τι από τα δύο ίσχυε.

Γύρισε απότομα προς τον Άλεκ. Τα μάτια του ήταν σκληρά, αλλά η φωνή του βγήκε λίγο πιο αδύναμη. «Τι φορούσε η γυναίκα σου το πρωί;»

Ο Άλεκ τον κοίταξε σαν να τρελάθηκε. Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, το μυαλό του γύρισε πίσω. «Μια… κόκκινη μπλούζα. Γιατί;»

Ο Μάικ του πέταξε τη φωτογραφία στα πόδια.

Ο Άλεκ την σήκωσε. Μέσα από το τζάμι της βεράντας του σπιτιού του, η γυναίκα του φαινόταν να φτιάχνει καφέ στην κουζίνα. Φορούσε μια έντονη, κόκκινη μπλούζα. Η ανάσα του κόπηκε.

Με τα χέρια του να τρέμουν ανεπαίσθητα, ο Μάικ σήκωσε ξανά το σημείωμα. Τα μάτια του έτρεχαν πάνω στις λέξεις.

“Δεν σας εκβιάζω με τις οικογένειές σας. Είμαι σίγουρος ότι καθάρματα σαν εσάς θα τις θυσίαζαν για να σώσουν το τομάρι τους. Αυτές οι φωτογραφίες είναι το άλλοθι σας. Θα θεωρηθείτε εκβιαζόμενοι ώστε να αφεθείτε μετά το πέρας της δουλείας. Ο εισαγγελέας περιμένει ήδη την άφιξη σας με την δικογραφία έτοιμη όπως του έχω υποδείξει. Όλα θα τελειώσουν σε δύο ώρες από τώρα, αν κάνετε ακριβώς ό,τι σας λέω. Η αποστολή σας είναι απλή: θα απαγάγετε τον βουλευτή και θα τον παραδώσετε στο τόπο που θα σας υποδειχθεί. Οδηγήστε μέχρι την πάροδο Φιλαδέλφειας και Πλατείας Ελευθερίας, σας περιμένει ένας φίλος σας εκεί.”

«Θα απαγάγουμε το γουρούνι,» είπε ο Μάικ με φωνή κούφια. «Μας έχουν στο χέρι.»

Σιωπή. Μόνο το χαμηλό γουργουρητό του κινητήρα που δούλευε στο ρελαντί. Ο Άλεκ κοίταξε έξω από το παράθυρο, στους βρεγμένους δρόμους, στα πρόσωπα των περαστικών. Για πρώτη φορά, η πόλη που θεωρούσαν παιδική τους χαρά έμοιαζε με τα τείχη μιας φυλακής.

«Να πάρει ο διάολος,» μουρμούρησε. Σε ένα ξέσπασμα οργής και απελπισίας, χτύπησε με τη γροθιά του το ταμπλό. Η βροντή του γέμισε το αυτοκίνητο. «Πάμε.»

Ο Μάικ δίπλωσε το χαρτί και το έχωσε βαθιά στην τσέπη του σακακιού του μαζί με τις φωτογραφίες. Το SUV ξεκίνησε αργά, σαν πληγωμένο θηρίο. Έξω, η βροχή πήγαινε να σταματήσει και ένας χλωμός ήλιος πάλευε να ξεπροβάλει μέσα από τα σύννεφα. Το φως έξω μπορεί να μεγάλωνε, αλλά μέσα στο αυτοκίνητο, ο κόσμος τους είχε μόλις βυθιστεί σε πιο βαθύ σκοτάδι.

* * *

Το SUV βγήκε στον κεντρικό δρόμο και λίγο μετά βούτηξε σε έναν παράδρομο. Η άσφαλτος εδώ ήταν σπασμένη, γεμάτη λακκούβες με βρώμικο νερό. Στις άκρες, παλιές αποθήκες με σκουριασμένες λαμαρίνες και σπασμένα παράθυρα στέκονταν σαν κουφάρια.

Δίπλα σε έναν κάδο που ξεχείλιζε σκουπίδια, στεκόταν μια φιγούρα με ένα σακίδιο στον ώμο. Η ξεθωριασμένη δερμάτινη καμπαρντίνα του κρεμόταν πάνω του σαν δεύτερο δέρμα, αδιάφορη για τη μόδα. Ο καπνός από το τσιγάρο που είχε σφηνωμένο στα χείλη του ανέβαινε αργά, χανόταν στον γκρίζο ουρανό.

Ο Μάικ κατέβηκε, η βαριά πόρτα του SUV έκλεισε πίσω του με έναν υπόκωφο ήχο.

«Τζεφ,» κούνησε το κεφάλι του. Το βλέμμα του σάρωνε την περιοχή. «Τι συμβαίνει;»

«Μάικ,» αντιχαιρέτησε ο Τζεφ, και για μια στιγμή φάνηκε έκπληκτος. Το χαμόγελό του ήταν μια λεπτή γραμμή που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του. Το δεξί του χέρι ήταν χωμένο στην τσέπη της καμπαρντίνας, δημιουργώντας ένα διακριτικό, αλλά σαφές, περίγραμμα. «Δεν ξέρω τι εννοείς. Πληρώθηκα για να παραδώσω αυτό σε κάποιον που θα με συναντούσε εδώ. Εσύ είσαι αυτός;»

«Εγώ. Ποιος σε πλήρωσε;» Η φωνή του ήταν ψύχραιμη, αλλά το βλέμμα του καρφωμένο στο χέρι του Τζεφ. «Και τι ποσό είναι αυτό που κάνει έναν φονιά διανομέα ντελίβερι;»

Ο Τζεφ σήκωσε τα φρύδια του. «Πολύ καλό ποσό. Δεν ξέρω ποιος είναι. Όλα από το τηλέφωνο. Μου είπε να έχω το νου μου, μήπως χρειαστεί να χρησιμοποιήσω τις “ικανότητές” μου. Δεν νομίζω να χρειαστούν μεταξύ μας, έτσι;»

Ο Μάικ ένιωσε ένα γνώριμο τσίμπημα οργής στη βάση του λαιμού του. Σε οποιαδήποτε άλλη μέρα, το χέρι του Άλεκ θα είχε ήδη κινηθεί προς το όπλο του. Αλλά η σημερινή μέρα δεν ήταν σαν τις άλλες. Η υπερηφάνεια του είχε ήδη τσαλακωθεί.

«Όχι, Τζεφ.» Άρπαξε το σακίδιο και γύρισε πίσω στο αυτοκίνητο.

«Προχώρα,» είπε στον Άλεκ, καθώς έκλεινε την πόρτα. Ο ήχος του φερμουάρ και το ψαχούλεμα ήταν τα μόνα που ακούγονταν μέσα στην πολυτελή καμπίνα. Μέσα βρήκε τα πάντα. Πλαστικές δέστρες, μια μαύρη υφασμάτινη κουκούλα, ένα παχύ ρολό κολλητικής ταινίας.

«Το μπάσταρδο είπε ότι του πήραν το τηλέφωνο,» είπε ο Άλεκ, με τα μάτια του καρφωμένα στον δρόμο. «Πάρε να δούμε αν το σηκώσει κάποιος…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του.

Ο ήχος του κινητού του Μάικ έσκισε την ησυχία σαν ξυράφι. Στην οθόνη, το όνομα “Αμπντούλ” έλαμπε σαν κακόγουστο αστείο. Ο Μάικ κοίταξε την οθόνη, μετά τον Άλεκ. Το πρόσωπό του είχε παγώσει.

«Μας ακούει…» ψιθύρισε.

«Ανοιχτή ακρόαση,» απάντησε ο Άλεκ, εξίσου χαμηλόφωνα.

Ο Μάικ απάντησε, πατώντας το κουμπί με τον αντίχειρά του.

«Και σας βλέπω επίσης,» ακούστηκε μια ήρεμη, ανδρική φωνή από το ηχείο. Τα μάτια των δύο πετάχτηκαν ασυναίσθητα προς τα παράθυρα, ψάχνοντας στις σκιές των αποθηκών.

Ο Μάικ έσφιξε το κινητό στο χέρι του, τόσο που οι αρθρώσεις του άσπρισαν. «Δεν ξέρω ποιος διάολο είσαι, αλλά δεν θα σου βγουν σε καλό τα παιχνίδια που παίζεις.»

«Ας συστηθώ τότε,» απάντησε η φωνή, ατάραχη. «Μπορείτε να με φωνάζετε Μπελ. Και μην ανησυχείτε για μένα. Κοιτάξτε να κάνετε σωστά τη δουλειά σας, για να βγει σε εσάς σε καλό.»

Ο Άλεκ έγειρε προς το τηλέφωνο, η φωνή του ψυχρή, αποδεχόμενη την κατάσταση. «Και ποια είναι τα επόμενα βήματα;»

«Θα παραλάβετε το “γουρούνι”, όπως τον αποκαλείτε, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Θα παραμείνετε κοντά στη συνήθη διαδρομή. Το “γουρούνι” παρακολουθείται. Αν αποκλίνετε, όλα θα τελειώσουν άδοξα. Μόλις είναι δεμένος, φιμωμένος και με τη σακούλα στο κεφάλι, θα σας τηλεφωνήσω ξανά.»

Η φωνή έκανε μια σύντομη παύση.

«Καλημέρα σας, κύριοι,» πρόσθεσε, και η ειρωνεία στη λέξη “κύριοι” ήταν σαν χαστούκι.

Η γραμμή έκλεισε.

Similar Posts