Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: ΔΕΜΕΝΟΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

Σελίδα 118…
Ο Μπελ ολοκλήρωσε ήρεμα, με παράπονο και θλίψη στη φωνή του για την πικρή αλήθεια. Η φωνή του κουβαλούσε το βάρος μιας ολόκληρης κοινωνίας. Μια τραγική εικόνα ενός λαού που έχει χάσει την ελπίδα.
«Όταν δεν σκοτώνεται τα παιδιά μας με δυστυχήματα, με επισφαλείς και επικίνδυνες εργασίες, με αναθυμιάσεις από κάρβουνα για να ζεσταθούν, τα εξωθείτε απλώς μακριά. Όσοι μένουν πίσω, μαθαίνουν να σας χειροκροτούν για ψίχουλα. Μαθαίνουν να βλέπουν τις κηδείες τους σαν αναπόφευκτο κόστος.»
Η φωνή του Μπελ ακούστηκε για τελευταία φορά από τα ηχεία, ήρεμη, σχεδόν αποστασιοποιημένη, σαν να σφράγιζε μια συμφωνία.
«Μέχρι τώρα, Τζορτζ, θα πρέπει να έχεις καταλάβει ποια λάθη σε έφεραν εδώ. Την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε, δεν θα έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Θέλω απαντήσεις. Με στοιχεία. Με αποδείξεις. Δεν με ενδιαφέρουν πια τα λόγια σου. Οι άνθρωποί μου ξέρουν τι πρέπει να κάνουν μέχρι τότε. Σκέψου καλά πώς θέλεις να φύγεις απ’ αυτόν τον κόσμο, όχι μόνο σωματικά. Πνευματικά, Τζορτζ. Εκεί είναι ο θάνατος που μετρά.»
Ο ήχος από τα ηχεία κόπηκε απότομα. Μια βαριά σιγή σκέπασε το κελάρι. Ο Μονρό σήκωσε το κεφάλι του αργά, το πρόσωπό του ωχρό, ιδρωμένο, με βλέμμα θολό από πόνο και φόβο. Τα δεσμά έσφιγγαν τα χέρια του, κρατώντας τον να δεχθεί τα δάχτυλά του να λιγοστέψουν κι άλλο.
Κι όμως, προσπάθησε, ίσως από ένστικτο, ίσως από απελπισία, να παίξει το μοναδικό χαρτί που ήξερε. Η φωνή του βγήκε σαν ικετευτικός ψίθυρος.
«Ακούστε με… Εσείς οι δύο… Δεν είστε σαν αυτόν. Σκεφτείτε. Τι σας έταξε; Ό,τι κι αν σας έδωσε, το διπλασιάζω. Όχι, το τριπλασιάζω. Θα σας βγάλω απ’ αυτή τη δύσκολη θέση, δεν θα σας ακουμπήσει ποτέ κανείς. Μπορώ να σας σώσω…»
Ο μπράβος που στεκόταν απέναντί του, τον κοίταξε χωρίς να κουνηθεί. Χαμήλωσε τα μάτια του στις παλάμες του, χέρια χοντρά, δάχτυλα γερά και άκαμπτα. Μετά, σήκωσε τα φρύδια του και το βλέμμα στον Μονρό, χωρίς ίχνος συμπάθειας.
«Δεν χρειάζομαι σωτηρία, κύριε Μονρό. Ό,τι λεφτά είχα ανάγκη, τα πήρα ήδη, και μετά το τέλος αυτής της δουλειάς, θα πάρω άλλα τόσα. Δεν έχω αφεντικά πια. Εσύ είσαι η δουλειά μου τώρα. Και όσο πιο πολύ ουρλιάζεις… τόσο πιο καλοπληρωμένος γίνομαι.»
«Εσύ…» απευθύνθηκε στο γιατρό με τρεμάμενη φωνή, «εσύ είσαι μορφωμένος άνθρωπος… δεν μπορεί να εγκρίνεις αυτό που συμβαίνει.»
Ο γιατρός, τον πλησίασε με ήρεμα βήματα. Καθάρισε τα χέρια του μηχανικά, σκούπισε τα γυαλιά του, σχεδόν σαν να ετοιμαζόταν για εξέταση ρουτίνας. Σταμάτησε δίπλα του, φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά υπέκρυπτε μια σιωπηλή οργή.
«Εμένα δεν με ορίζουν τα λεφτά, κύριε υπουργέ. Με πλήρωσε καλά, ναι, αλλά ήρθα για να δω τη πτώση σας από κοντά, να τη χαράξω μέσα μου. Είμαι γιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο. Έχω δει από πρώτο χέρι τι αφήνει πίσω του το σύστημά σας. Καμένα κορμιά, διαμελισμένα, τυφλοί από δακρυγόνα, σακατεμένοι από αστυνομική βία, νεκροί από πολύμηνες αναβολές χειρουργείων. Δεν υπάρχει πόνος που να μην έχω αντικρίσει.»
Έσκυψε λίγο, μέχρι που το πρόσωπό του σχεδόν άγγιζε το του Μονρό. Τον κοίταξε στα μάτια ψυχρά, διεισδυτικά.
«Κανένα φάρμακο δεν γιατρεύει το καρκίνωμα του εφιαλτικού συστήματός σας. Πρέπει να το ακρωτηριάσουμε. Ίσως… να είναι ο μόνος τρόπος για να μπει ένα τέλος.»
Ο μπράβος έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Έγνεψε στον γιατρό.
«Ήρθε η ώρα.»
Ο Μονρό άρχισε να τρέμει και ένα ρίγος φρίκης διέτρεξε την ραχοκοκαλιά του.
«Όχι… όχι ακόμα… περιμένετε…»
Δεν απάντησαν. Ο μπράβος πλησίασε, πήρε στα χέρια του το ηλεκτρικό κλαδευτήρι από το τραπέζι. Ο μικρός κινητήρας του βούιξε καθώς το δοκίμαζε και το μεταλλικό “κλακ” “κλακ” ακούστηκε που άνοιγε και έκλεινε στον αέρα…





