Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16: ΔΥΟ ΚΑΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Σελίδα 227…
Ο Τόμας Γκούντσον βγήκε από το παλιό τυπογραφείο του Άλμπερτ, σφίγγοντας με δύναμη τον βαρύ τόμο κάτω από τη μασχάλη του. Ένα αχνό φως φιλτραριζόταν μέσα από τα σύννεφα. Η πόλη έμοιαζε ήσυχη, αλλά κάτι βαθιά μέσα του ήταν λάθος.
Καθώς περπατούσε στο στενό, λιθόστρωτο δρομάκι, το κινητό του δονήθηκε. Ένα μήνυμα από έναν γνωστό αριθμό, του Σάιμον Μάνινγκ.
“Μην πας στο αυτοκίνητο. Σε παρακολουθούν. Κινήσου ήσυχα μέσα από τα στενά προς την πλατεία.”
Ο Γκούντσον σταμάτησε απότομα και η καρδιά του αναπήδησε στο στήθος. Κοίταξε γύρω του. Η γραφική συνοικία με τα παλιά αρχοντικά και τα μικρά καφέ, έμοιαζε γαλήνια σαν σκηνικό καρτ-ποστάλ.
Δεν αψήφησε την προειδοποίηση και άλλαξε την ρότα του απομακρυνόμενος από το σημείο όπου είχε παρκάρει. Άρχισε να περπατά γρήγορα, αλλά όχι ύποπτα, ακολουθώντας τις οδηγίες. Ο ήχος από τα τακούνια των παπουτσιών του αντηχούσε στις πέτρες του δρόμου. Κάθε βήμα ήταν πιο βαρύ από το προηγούμενο, όχι μόνο λόγω της ηλικίας του, αλλά και από την σκιά του φόβου που σκέπαζε αργά την καρδιά του.
Ένα μήνυμα έφτασε ξανά.
“Στρίψε στο δεύτερο στενό δεξιά. Μετά αριστερά. Μην τρέχεις, προσπάθησε να μη κινήσεις υποψίες.”
Ο Γκούντσον υπάκουσε. Ήξερε να ακολουθεί εντολές. Έβγαλε όμως το κινητό του και κάλεσε τον αριθμό για εξηγήσεις.
«Σάιμον; Τι συμβαίνει;» ρώτησε χαμηλόφωνα καθώς έστριβε σε ένα στενό.
«Τομ, άκουσε προσεκτικά,» ακούστηκε η φωνή από την άλλη πλευρά. Ήταν του Σάιμον …αλλά όχι εντελώς. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Σε παρακολουθούν. Θα σε καθοδηγήσω.»
Ο Γκούντσον έσφιξε το κινητό. Το βλέμμα του πετάχτηκε για μια στιγμή πίσω του. Δύο άντρες με σκούρες μακριές καμπαρντίνες εμφανίστηκαν από τη γωνία. Περπατούσαν γρήγορα. Πολύ γρήγορα για να αμφιβάλλει για τις προθέσεις τους. Ο ήχος των βημάτων τους στο πλακόστρωτο έμοιαζε να τον κυνηγάει. Ο φόβος, πλέον, είχε σάρκα και οστά.
«Τους είδα. Ξέρω ότι δεν είσαι ο Σάιμον,» είπε λαχανιασμένα, «…και δεν θέλω να μάθω ποιος είσαι. Απλώς πες μου τι να κάνω.»
Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής δεν έχασε χρόνο.
«Συνέχισε ευθεία για δύο τετράγωνα. Στην πλατεία, στην είσοδο της καθολικής εκκλησίας, θα σε περιμένει κάποιος.»
Ο Γκούντσον δεν απάντησε. Προχώρησε γοργά, κρατώντας τον βαρύ τόμο σφιχτά στο στήθος, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει την ίδια του την καρδιά.
Έφτασε στην πλατεία. Στα σκαλιά της καθολικής εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, μια σκοτεινή φιγούρα τού έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα να τον ακολουθήσει στο εσωτερικό. Ένας δισταγμός πέρασε στιγμιαία από την σκέψη του, αλλά τι επιλογές είχε;
Ανέβηκε λαχανιασμένος τα σκαλοπάτια. Η ηλικία του δεν ήταν για τέτοιου είδους συγκινήσεις και ο βαρύς τόμος που έσφιγγε στα χέρια του, μετέτρεπε κάθε βήμα σε δοκιμασία. Πέρασε στο εσωτερικό του ναού και τράβηξε τη βαριά ξύλινη πόρτα, που έκλεισε πίσω του με έναν υπόκωφο γδούπο.
Οι δύο διώκτες του έφτασαν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μπροστά από την εκκλησία. Χωρίς να τον βλέπουν πια στο οπτικό τους πεδίο, μόνο σε ένα μέρος θα μπορούσε να έχει κρυφτεί. Το εσωτερικό της εκκλησίας.
Αντάλλαξαν ένα νεύμα και προχώρησαν ως την πόρτα. Τα χέρια τους βρήκαν τις λαβές των πιστολιών σαν από μόνα τους, ενστικτωδώς. Την έσπρωξαν με προσοχή και το μακρόσυρτο τρίξιμό της αντήχησε στην αίθουσα.
Μια θέρμη τους τύλιξε μόλις πέρασαν το κατώφλι και η χαρακτηριστική πυκνή ατμόσφαιρα του ναού. Το χαμηλό φως των καντηλιών, η πνιγηρή μυρωδιά του λιβανιού και η βαθιά σιωπή του κενού. Μόνο οι πατημασιές τους ηχούσαν πάνω στις πέτρινες πλάκες.
Ξάφνου, ο ιερέας του ναού εμφανίστηκε εμπρός τους. Ένας τους έβγαλε την αστυνομική του ταυτότητα, του την έδειξε και του έκανε νόημα να πέσει στο πάτωμα. Αυτός ακολούθησε την εντολή χωρίς δεύτερη σκέψη.
Άρχισαν να σαρώνουν τον χώρο, κινούμενοι μεθοδικά ανάμεσα στα στασίδια. Όταν έφτασαν στους θαλάμους εξομολόγησης, ο ένας σταμάτησε απότομα. Κάτι άκουσε. Έκανε νόημα στον άλλον να έρθει κοντά. Ύστερα, έβαλε το δάχτυλό του εμπρός από το στόμα, το νόημα της σιωπής. Μέσα από το εξομολογητήριο ακούγονταν μια βαριά λαχανιασμένη ανάσα.
Με ένα σιωπηλό νεύμα, πήραν θέση εκατέρωθεν. Ύστερα με τα δάχτυλα έγνεψαν, ένα, δύο, τρία…
Κλότσησαν την πόρτα και αυτή τραντάχτηκε κάνοντας με ένα βίαιο κρότο που αντήχησε στην εκκλησία. Ο πεσμένος στο πάτωμα ιερέας τινάχτηκε από το ξάφνιασμα.
Μέσα όμως δεν αντίκρισαν τον Γκούντσον. Ήταν ο Τζεφ.
Ο Τζεφ με το όπλο του υψωμένο στο ύψος του στήθους του. Ψυχρός, ακίνητος, καρτερικός. Ένας άγγελος θανάτου.
Ένα μόνο, παγωμένο δευτερόλεπτο ήταν αρκετό. Ο εκκωφαντικός ήχος έσπασε την ιερή σιωπή της εκκλησίας.
‘ΜΠΑΜ. ΜΠΑΜ’
Πυροβόλησε δύο φορές. Στο στήθος, στο λαιμό. Ένας γδούπος ακούστηκε από το άψυχο κορμί του που σωριάστηκε. Ο δεύτερος κινήθηκε να καλυφθεί, άλλα άργησε απελπιστικά.
‘ΜΠΑΜ’
Ο τρίτος πυροβολισμός ακολουθήθηκε από μια κοφτή, πνιγμένη κραυγή. Ο δεύτερος άνδρας κατέρρευσε αιμορραγώντας άσχημα στο ματωμένο μάρμαρο. Προσπάθησε να σηκωθεί με ένα βρώμικο μουρμουρητό μίσους να βγαίνει από τα χείλη του.
«Θα σε… βρω, κάθαρμα…» ψιθύρισε πνιχτά, το αίμα άφριζε στην άκρη του στόματός του.
Ο Τζεφ στάθηκε από πάνω του. Ψύχραιμος, αλύπητος. Το βλέμμα του ήταν καθαρό με μια υποψία αηδίας να περνά από τα μάτια του.
«Όχι. Δεν θα βρωμίσεις άλλο αυτόν τον τόπο.»
Πυροβόλησε άλλη μία φορά. Στο μέτωπο.
‘ΜΠΑΜ’
Η σιωπή επέστρεψε βαριά, σχεδόν ιερή. Όσο ιερή μπορούσε να είναι με την βλάσφημη μίξη μπαρουτιού και λιβανιού στον αέρα.
Ο Τζεφ κοίταξε τα δύο σώματα στο πάτωμα χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Προδότες, σκέφτηκε.
Κανείς δεν τους συμπαθούσε. Σίγουρα όχι οι έντιμοι, αλλά ούτε καν οι εγκληματίες. Πολλοί από τους δεύτερους είχαν κυλήσει στο έγκλημα επειδή οι πρώτοι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Ήταν το είδος της σαπίλας που μόλυνε τα πάντα.
Τη ρουφιανιά πολλοί αγάπησαν, τον ρουφιάνο όμως κανείς, ήταν η τελευταία σκέψη στην άκρη του μυαλού του. Δεν ήταν όμως η ώρα για φιλοσοφία.
Πήγε στο ιερό. Γονάτισε, άνοιξε το κρυφό πορτάκι και βοήθησε τον Γκούντσον να βγει. Ο ηλικιωμένος έμοιαζε να μην μπορεί να ανασάνει, το πρόσωπό του ήταν άσπρο σαν σεντόνι. Η φρίκη των γεγονότων τον είχε καταβάλει.
«Τι… τι έγινε;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, τα μάτια του καρφωμένα στις ματωμένες σκιές στο πάτωμα.
«Ήρθαν για σένα,» απάντησε ο Τζεφ, η φωνή του σκληρή αλλά ήρεμη. «Ήθελαν αυτό που κρατούσες, αυτό που θέλω και εγώ.»
Ο Γκούντσον έγνεψε αργά, ακόμα χαμένος στον εφιάλτη.
«Είναι του Μάνινγκ. Πρέπει να το παραδώσω σε αυτόν. Είναι η συμφωνία μας.»
«Ο Μάνινγκ τελείωσε.»
Η είδηση τον χτύπησε απροσδόκητα. Ο δικαστής πάγωσε, στηριζόμενος στο ξύλο του ιερού για να μην καταρρεύσει.
«Τι… τι εννοείς;»
«Τον “αυτοκτόνησαν” σήμερα το πρωί. Τον βρήκαν κρεμασμένο γυμνό. Κάποιο σεξουαλικό βίτσιο στραβά ήταν το αφήγημα…» Ένα πικρό, κοφτό γέλιο ξέφυγε από τον Τζεφ. «Βίτσια είχε πολλά ο γερόπουστας, αλλά όχι τέτοιο.»
Ο δικαστής κοίταξε το ματωμένο πάτωμα βουβός. Η φρίκη τον μούδιασε και η είδηση για τον Μάνινγκ τον χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι.
Παρά την απόσταση που είχαν πια οι δρόμοι τους, ήταν ένας σύνδεσμος με το παρελθόν, μια κοινή ιστορία γεμάτη σκιές και μυστικά. Τώρα που αυτός ο σύνδεσμος είχε κοπεί βίαια, ένιωθε ακόμα πιο μόνος και ευάλωτος σε έναν κόσμο που κατέρρεε γύρω του.
Ο Τζεφ τον πλησίασε σοβαρός και επιτακτικός. Έκανε νόημα με την παλάμη του να του δώσει το σκαμμένο βιβλίο. Ο Γκούντσον υπάκουσε.
«Άκουσέ με. Πήγαινε σπίτι και μην μιλήσεις σε κανέναν. Ότι έγινε εδώ δεν θα μαθευτεί ποτέ. Δεν θα ρισκάρουν να κινήσουν υποψίες και έρευνες για τον θάνατο δύο βρωμιάρηδων. Οι υψηλά ιστάμενοι θα καταλάβουν τι έγινε, αλλά δεν έχουν λόγους να σε πειράξουν από δω και πέρα… εκτός αν τους δώσεις εσύ λόγο.»
Ο Τζεφ, κρατώντας το βιβλίο, έστρεψε την πλάτη και κινήθηκε προς την έξοδο. Πλησιάζοντας το σημείο ανάμεσα από τα στασίδια που ήταν κρυμμένος ο ιερέας, του απευθύνθηκε.
«Φύγε και εσύ παπά. Αν πεις στην αστυνομία ότι είδες και ότι άκουσες, θα συναντήσεις τον εργοδότη σου πολύ σύντομα. Είναι όλοι στο κόλπο.»
Εκείνος σήκωσε τρεμάμενος το κεφάλι του ακόμη ξαπλωμένος στο πάτωμα.
«Τέκνο μου… πως μπόρεσες; Τι έκανες μέσα στο σπίτι του Θεού;»
Ο Τζεφ συνέχισε τον βηματισμό του χωρίς να γυρίσει.
«Δυο καλές πράξεις, παπά. Δυο καλές πράξεις…»





