Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18: ΟΣΑ ΔΕΝ ΠΙΑΝΕΙ ΤΟ ΜΑΤΙ

Σελίδα 246…
Ο ήχος της τηλεόρασης τρύπησε τον ύπνο του Νίκολας Ριντζ σαν χαλασμένος συναγερμός. Άνοιξε τα μάτια του, νιώθοντας ακόμη τα βλέφαρά του βαριά. Είδε τις λεπτές, γκρίζες λωρίδες του φωτός της αυγής να φιλτράρονται μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου.
Έπειτα, την προσοχή του τράβηξε η συσκευή, που την είχε ξεχάσει ανοιχτή από την προηγούμενη νύχτα, έπαιζε τις πρωινές ειδήσεις. Ο Ριντζ σηκώθηκε απότομα, τα ελατήρια του παλιού στρώματος έτριξαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Μια αντρική φωνή, παραμορφωμένη από τα παλιά ηχεία, γέμιζε το μικρό του διαμέρισμα.
«…πρωτοφανές υλικό που έχει προκαλέσει παγκόσμιο σοκ. Ηχητικά ντοκουμέντα, που φέρονται να προέρχονται από τον απαχθέντα πρώην υπουργό Τζορτζ Μονρό, αποκαλύπτουν ένα τεράστιο κύκλωμα διαφθοράς που χρονολογείται δεκαετίες πίσω…»
Μπροστά σε αυτές τις αποκαλύψεις, η πρωινή ομίχλη του μυαλού του διαλύθηκε αμέσως. Στην οθόνη, τα πρόσωπα παλιών πολιτικών και επιχειρηματιών εναλλάσσονταν με τίτλους που έμοιαζαν με κηδειόχαρτα πολιτικής καριέρας.
Άκουγε την τρεμάμενη φωνή του βουλευτή να σκαλίζει και να φέρνει στο φως υποθέσεις-φαντάσματα από το παρελθόν. Τώρα, όλα έβγαζαν νόημα. Δεν ήταν μια απαγωγή για λύτρα. Δεν ήταν μια απλή εκδίκηση. Ήταν μια πολιτική εκτέλεση που μεταδιδόταν ζωντανά. Ο απαγωγέας δεν ήθελε χρήματα. Ήθελε να γκρεμίσει τον ναό της ασυδοσίας.
Και τότε, μια ανάμνηση χτύπησε τον Ριντζ σαν γροθιά στο στομάχι. Μια εικόνα από την τηλεόραση, πριν από μερικούς μήνες. Ο Τζορτζ Μονρό, με το αλαζονικό του χαμόγελο, να βγαίνει από τη Βουλή και να απαντά σε μια ερώτηση δημοσιογράφου για τους συγγενείς των θυμάτων του δυστυχήματος στο Κεντρικό Σταθμό.
«Σεβόμαστε τον πόνο τους, αλλά πρέπει να καταλάβουν ότι κάποιοι τους χειραγωγούν με μαεστρία,» είχε πει ο Μονρό, με τη φωνή του να στάζει χολή. «Ορισμένοι κύκλοι θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση και τους μπλέκουν σε πολιτικά παιχνίδια. Ας αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της.»
Σεβόμαστε τον πόνο τους, σκεφτόταν καθώς πήγαινε ξυπόλητος στην κουζίνα να φτιάξει καφέ, ψεύτες χωρίς ντροπή…
Το δυστύχημα στο Κεντρικό Σταθμό. Η μεγαλύτερη, ανοιχτή πληγή της χώρας. Δώδεκα νεκροί. Μια τραγωδία που είχε μετατραπεί σε ένα θέατρο του παραλόγου, μια φαρσοκωμωδία συγκάλυψης που συνεχιζόταν για σχεδόν τρία χρόνια. Η υπόθεση ήταν γνωστή. Σε όλους. Τα πορίσματα που άλλαζαν εν μία νυκτή, οι πραγματογνώμονες που παραιτούνταν, οι δικαστικές καθυστερήσεις, οι απειλές.
Με την κούπα του καφέ ανά χείρας από το σπίτι, γύρισε στο γραφείο του στο Αστυνομικό Μέγαρο. Ο χώρος μύριζε χαρτούρα και τσιγαρίλα, κι ας απαγορεύονταν το κάπνισμα εντός του.
Έψαξε στα αρχεία του και βρήκε τον αριθμό του Τζέισον Θορν, ενός συνταξιούχου πυράρχου, από τους πρώτους που είχαν φτάσει στον τόπο του δυστυχήματος. Ο Θορν είχε πάρει πρόωρη σύνταξη λίγο μετά, επικαλούμενος λόγους υγείας. Όλοι υποπτεύονταν ότι οι πραγματικοί λόγοι ήταν άλλοι.
«Νίκολας;» ακούστηκε η έκπληκτη φωνή του Θορν από την άλλη άκρη της γραμμής. «Πάνε πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που τα είπαμε. Τι τρέχει;»
«Τζέισον, συγγνώμη που σε ενοχλώ. Για τον Μονρό παίρνω.»
Η απάντηση άργησε μια στιγμή.
«Το βλέπω στις ειδήσεις. Του άξιζε του καθάρματος.»
«Ήσουν στην έκρηξη του σταθμού λεωφορείων, έτσι δεν είναι; Έκανες την πρώτη αυτοψία.»
Ο Θορν ανέπνευσε βαριά. «Μην το ανοίγεις αυτό το θέμα, Νίκολας. Είναι βαθύ το πηγάδι.»
«Πρέπει, Τζέισον. Πιστεύω ότι συνδέεται. Εσύ τι λες;»
«Σου λέω να προσέχεις,» ο τόνος του σοβάρεψε απότομα. «Μας πήραν την υπόθεση από τα χέρια μέσα σε λίγες ώρες. Ήρθαν εντολές “από ψηλά”. Μας έφεραν έτοιμα χαρτιά…»
«Να υπογράψετε με κλειστά μάτια…» συμπλήρωσε παγωμένα ο Ριντζ, σφίγγοντας το ακουστικό.
«Ακριβώς. Έγγραφα που έλεγαν ότι υπήρξε μεγάλη διαρροή φυσικού αερίου. Ήταν ψέμα, Νίκολας. Το γνωρίζαμε όλοι. Όποιος αρνιόταν, τον απειλούσαν, του έλεγαν ότι η καριέρα του τελείωσε. Εγώ δεν υπέγραψα. Γι’ αυτό είμαι συνταξιούχος στα πενήντα μου.»
«Και οι άλλοι;»
«Οι άλλοι το έκαναν, υπέγραψαν. Είχαν οικογένειες, δάνεια. Φοβήθηκαν.»
Ο Ριντζ έγειρε μπροστά στο κάθισμά του.
«Τι συνέβη πραγματικά, ξέρεις;»
«Δεν υπήρχε διαρροή αερίου. Μύριζε σαν μπαρούτι, στρατιωτικό υλικό μάλλον. Η έκρηξη ξεκίνησε από τον χώρο φόρτωσης του σιδηροδρομικού σταθμού δίπλα, όχι από σωλήνα στο υπέδαφος. Άνοιξε τρύπα στον φέροντα τοίχο του σταθμού των λεωφορείων κι όλο το κτίριο κατέρρευσε σαν να ήταν από χαρτόνι. Αυτό σκότωσε τους ανθρώπους στο σταθμό λεωφορείων και η έκρηξη τους δύο εργάτες στις γραμμές.»
«Κακοτεχνία;»
«Όχι. Δολοφονία. Το έψαξα εκτός υπηρεσίας. Από ανεπίσημες κουβέντες με πρώην χειριστές περονοφόρων που δούλεψαν στο σταθμό, έμαθα ότι αυτό που μετέφεραν δεν είχε την κατάλληλη ένδειξη στα εμπορευματοκιβώτια. Τους έλεγαν απλά κατ’ ιδίαν “με μεγάλη προσοχή”. Όλοι υποπτεύονταν ότι πρέπει να έσπασε παλέτα κατά την φόρτωση και το εμπόρευμα έπεσε από μεγάλο ύψος στο έδαφος και εξερράγη. Στο σταθμό, το μπετό θρυμματίστηκε σαν άμμος. Ο σιδηροπλισμός ήταν λεπτός σαν μολύβι. Όλο το κτίριο ήταν παγίδα θανάτου που περίμενε ένα σκούντημα. Εκείνη τη μέρα κάλυψαν δύο εγκλήματα, Νικ. Το λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, και την κλοπή του εργολάβου που πήρε το έργο ανακαίνισης του σταθμού και οδήγησε στους θανάτους.»
«Ευχαριστώ, Τζέισον. Θα τα ξαναπούμε.»
Ο Ριντζ έκλεισε το τηλέφωνο, η γεύση του καφέ είχε γίνει πικρή στο στόμα του. Το σύστημα δεν προστάτευε απλώς τους δικούς του. Τους εξανάγκαζε να γίνουν συνένοχοι.
Έκανε ένα δεύτερο τηλεφώνημα. Αυτή τη φορά στην Μιράντα Λέιν, μια μαχητική δικηγόρο που εκπροσωπούσε κάποιες από τις οικογένειες των θυμάτων.
«Επιθεωρητά Ριντζ,» τον χαιρέτησε με τόνο κοφτό και καχύποπτο. «Αν τηλεφωνείτε για την απαγωγή, δεν έχω κανένα σχόλιο. Κάποιοι λένε ότι είναι θεία δίκη.»
«Κυρία Λέιν, θέλω τη βοήθειά σας. Ο απαγωγέας είναι επαγγελματίας. Ακόμα και τα φαντάσματα όμως έχουν κίνητρο. Πιστεύω ότι το κίνητρό του είναι το συμβάν στο σταθμό. Ο Μονρό είναι αδιαπραγμάτευτα καθίκι, αλλά θα σταματήσει εκεί; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα ταραγμένο μυαλό δεν θα αρχίσει να βλέπει εχθρούς παντού;»
Η σιωπή της δικηγόρου ήταν εύγλωττη. Και ποιος να την κατηγορήσει για αυτό; Ήταν συνάδελφοι του Ριντζ που εξαφάνισαν τα αποδεικτικά στοιχεία του κρατικού εγκλήματος, αυτά που πάσχιζε η ίδια και οι συγγενείς να βρουν για να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι.
Ο Νίκολας άκουγε από το ακουστικό την αναπνοή της να κάνει διακοπές καθώς ζύγιζε τις επόμενες λέξεις της.
«Τι θέλετε από μένα;» ρώτησε τελικά.
«Ψάχνω κάποιον που να είχε ταυτόχρονα το κίνητρο, την οργή, αλλά και τις ικανότητες. Κάποιον που να μην είναι απλώς ένας απελπισμένος συγγενής. Έξυπνος, μεθοδικός, ίσως με πρόσβαση σε τεχνολογία.»
Η Λέιν σκέφτηκε για μια στιγμή.
«Υπάρχουν πολλοί που θα ταίριαζαν στα χαρακτηριστικά που μου παραθέσατε. Γονείς, αδέλφια, συμμαθητές…»
«Το ξέρω αυτό, κυρία Λέιν,» τη διέκοψε προσπαθώντας να κρατήσει την ανυπομονησία έξω από τη φωνή του. «Δεν ψάχνω μια λίστα. Ψάχνω για μια περίπτωση που σας έμεινε. Κάποιος που ξεχώριζε από την οργή ή την απόγνωση.»
«Ένας… ένας μου έρχεται στο μυαλό. Δεν ήταν συγγενής, ήταν επιζών. Ένας νέος, ο Πήτερ, μου διαφεύγει το επώνυμό του αυτή τη στιγμή. Έχασε και τους δύο γονείς του στο σταθμό. Ήταν φοιτητής πληροφορικής, ιδιοφυΐα, λέγανε. Μετά το δυστύχημα, εξαφανίστηκε. Εγκατέλειψε τις σπουδές του και κανείς δεν ξέρει πού πήγε. Πάντα αναρωτιόμουν τι απέγινε.»
Ο Ριντζ ένιωσε τσίμπημα ενθουσιασμού, το παλιό ένστικτο του κυνηγού να ξυπνά. Δεν ήταν ακόμα η λύση, αλλά ήταν μια αρχή. Μια κλωστή για να τραβήξει.
«Ένα τελευταίο πράγμα, κυρία Λέιν. Ό,τι έχουμε μάθει μέχρι τώρα για το δυστύχημα είναι πταίσματα, έτσι δεν είναι; Η πραγματική βρωμιά για την έκρηξη δεν έχει βγει ακόμα στην επιφάνεια.»
«Επιθεωρητά,» απάντησε η δικηγόρος με παγωμένη χροιά, «όλα τα απαράδεκτα που έχουν βγει στη δημοσιότητα, είναι μονάχα η κορυφή του παγόβουνου. Έχουν κρύψει πράγματα που ξέρουμε ότι δεν θα ανακαλύψουμε ποτέ. Αν ο απαγωγέας έχει στοιχεία για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη το απόγευμα… τότε δεν απήγαγε απλώς έναν άνθρωπο. Απήγαγε μια ολόκληρη κυβέρνηση…»





