Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23: Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΞΥΠΝΑ

Σελίδα 386…
Η Δρ. Ροντρίγκεζ έγειρε πάνω από μία κονσόλα, με τους ώμους της καμπουριασμένους από το βάρος της δοκιμασίας. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά καθώς περνούσαν πάνω από την οθόνη αφής. Σάρωνε τα δεδομένα με αγωνία για την κατάσταση της υγείας του όντος. Τα μάτια της πηγαινοέρχονταν μανιωδώς ανάμεσα στις γραμμές κώδικα και τους βιομετρικούς δείκτες. Ολόκληρη η αίθουσα κρατούσε την ανάσα της.
«Λειτουργεί,» ψιθύρισε αρχικά στον εαυτό της, σαν να μην τολμούσε να το πιστέψει. Έπειτα, σήκωσε το κεφάλι, και η φωνή της, αν και τρεμάμενη, αντήχησε στον χώρο. «Λειτουργεί. Όλα είναι… όπως πρέπει.» Ένα χαμόγελο ανακούφισης έσπασε τη μάσκα της έντασης στο πρόσωπό της. Για εκείνη, αυτό δεν ήταν απλώς μια ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας ή η κορύφωση μιας καριέρας. Ήταν κάτι βαθύτερο, ένας σκοπός προσωπικός που ξεπερνούσε την ανάσταση ενός ‘θεού’.
Η Πρόεδρος Χάρπερ, με ατσάλινη αποφασιστικότητα στο πρόσωπό της, έκανε νόημα στη Δρ. Ροντρίγκεζ να συνεχίσει. Η επιστημονική ομάδα αφού επαλήθευσε τις μετρήσεις των οργάνων, άρχισε ξανά τις διαδικασίες αφύπνισης. Αυτή τη φορά, δεδομένου ότι οι προηγούμενες αντιδράσεις έδειξαν ότι το ον είχε πλήρη σύνδεση με το σώμα του, θα το ξυπνούσαν σταδιακά, με στόχο μια ομαλή κατανόηση του περιβάλλοντός του.
Νέες χημικές ουσίες εισήλθαν στο σώμα του, εξουδετερώνοντας προοδευτικά την αναισθησία. Μετά από λίγα λεπτά, τα βλέφαρά του άνοιξαν και πάλι, αποκαλύπτοντας τα ακόμα θολωμένα από αποπροσανατολισμό μάτια του. Στο πρόσωπό του, ήταν ζωγραφισμένη η δυσφορία που βρισκόταν ξανά στο σώμα του. Ανοιγόκλεισε τις παλάμες του σπασμωδικά, προσπαθώντας να εξοικειωθεί με τις αισθήσεις και τους πόνους των μυών του. Η ανάσα του παρέμεινε ήρεμη και το βλέμμα του σάρωσε το κοινό, που τον παρακολουθούσε με δέος. Ο Τέρι ίσιωσε στο κάθισμά του και μια σπίθα ελπίδας αναδύθηκε μέσα του, ενώ η Ρία έγειρε κοντά του πιάνοντάς τον από το μπράτσο, ανήσυχη και περίεργη για την συνέχεια.
Το ον, ο ‘Αρχαίος’ όπως αποκαλούνταν από τους επιστήμονες του εργαστηρίου, άλλαξε την έκφρασή του, μεταμορφώνοντάς την από εικόνα σύγχυσης σε μια ατσάλινη σοβαρότητα που συνόρευε με την περιφρόνηση. Φαινόταν να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του και τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν γύρω του.
Ανοίγοντας το στόμα του να μιλήσει, τον διέκοψε ένας δυνατός, υγρός βήχας. Έβγαλε βλεννώδη υγρά αντί για λόγια. Ένα κύμα αηδίας πέρασε από μερικούς και μουρμουρητά απλώθηκαν στην αίθουσα. Σώπασαν όμως απότομα με την δεύτερή του προσπάθεια.
Με βλοσυρό ύφος, έβγαλε έναν βροντερό βρυχηθμό που κουβαλούσε απύθμενο θυμό. Ακολούθησε μια διαμαρτυρία, λέξεις σε μια ακατανόητη γλώσσα. Η δομή της, παρουσίαζε ρίμες και ρυθμική ποιότητα παρόμοια με την απαγγελία στίχων.
Ο Αλεξάντερ διόρθωσε τα γυαλιά του με τις κόρες του να διαστέλλονται ακούγοντάς το.
«Μου θυμίζει αρχαίες μεσανατολικές διαλέκτους,» μοιράστηκε αποσβολωμένος με τους συντρόφους του. «Θα χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο για να την αναλύσω, αλλά ηχητικά είναι παρόμοια με τη Σουμεριακή ή την Ακκαδική.»
«Υπάρχει ένας ρυθμός σε αυτή, σχεδόν σαν να απαγγέλλει ένα έπος ή μια επίκληση,» πρόσθεσε η Ρία με ανάσα κομμένη. «Το μέτρο της μου θυμίζει αρχαία ελληνική ποίηση.»
«Ίσως ακούμε την πρώτη γλώσσα που μιλήθηκε ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη,» σκέφτηκε δυνατά ο Τέρι. «Το θεμέλιο για όλες τις άλλες που ακολούθησαν.»
Συνεχίζοντας να επεξεργάζεται το περιβάλλον του, το βλέμμα του Αρχαίου κοντοστάθηκε. Κλείδωσε για μια στιγμή στην Πέρσα και κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια της. Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Η αναπνοή της κόπηκε και ξέσπασε σε έναν σπασμωδικό λυγμό. Ο αέρας γύρω της φάνηκε να κυματίζει, σαν την κάψα του μεσημεριού. Δεν ήταν απλώς ένα βλέμμα, ήταν μια εισβολή.

Εν ριπή οφθαλμού, το εργαστήριο παρασύρθηκε σαν σε ένα ατελείωτο ποτάμι χρόνου, που η ροή του στρέβλωνε την πραγματικότητα. Οι αναμνήσεις στροβιλίζονταν σαν πεσμένα φύλλα στις δίνες των ρευμάτων του. Η Πέρσα βρέθηκε να μεταφέρεται μέσα από τα πέπλα του χρόνου, πίσω στα αγαπημένα κεφάλαια του παρελθόντος της. Μπορούσε να ζήσει ξανά τις στιγμές σαν να ήταν η πρώτη φορά, να τις πρωτοαισθανθεί ξανά. Αλλά όχι μόνο τα δικά της συναισθήματα, μα και εκείνα όλων όσων ήταν παρόντες σε κάθε της ανάμνηση. Ήταν παντού και όλοι ταυτόχρονα.
Σε εκείνη τη φευγαλέα στιγμή που βλέμμα του όντος κλείδωσε με της Πέρσας, δημιουργήθηκε μια βαθιά σύνδεση που ξεπέρασε το φυσικό βασίλειο και εμβάθυνε στην άχρονη έκταση του πνευματικού πεδίου. Το σύντομο δευτερόλεπτο στον απτό κόσμο μεταφράστηκε σε ώρες μέσα στους σύνθετους διαδρόμους του μυαλού της. Ο χρόνος στο πνευματικό επίπεδο ξεδιπλώθηκε διαφορετικά από την γραμμική πρόοδο που βιώνεται στον φυσικό κόσμο. Ήταν ένας τόπος όπου οι στιγμές παρέμειναν αιώνιες, κάθε μνήμη αποκρυσταλλωμένη στη δική της χρονική στάση. Ένιωθε το σώμα της χαλαρό και αιθέριο, βυθισμένο στον κατακλυσμό των αναμνήσεων.
Θυμήθηκε την παιδική της ηλικία, έναν καμβά ζωγραφισμένο με τα ζωντανά χρώματα της οικογένειας, της αγάπης και την γλυκόπικρη απήχηση της παρουσίας της μητέρας της.
Είδε τα μάτια της μητέρας της – δεν τα θυμήθηκε, τα είδε – να τσακίζουν στις γωνίες τους καθώς της χαμογελούσε. Δεν ήταν ψηλή, αλλά η Πέρσα έπρεπε να σηκώνει το κεφάλι για να την κοιτάξει. Μια φιγούρα αδύνατη, χαριτωμένη, παγωμένη για πάντα στα τριάντα ένα της χρόνια, στην ηλικία που η μνήμη της Πέρσας αποφάσισε να την κρατήσει αιχμάλωτη. Η μητέρα της, η μαμά, μια επιστήμονας που εγκατέλειψε πρόθυμα μια ανθούσα καριέρα για να ενστερνιστεί τις βαθιές ευθύνες της μητρότητας.
Οι αναμνήσεις ξεκίνησαν με τη ζεστασιά των παιδικών της χρόνων, στην αγκαλιά των οικογενειακών δεσμών που αποτελούσαν το θεμέλιο της ταυτότητάς της. Αναβίωσε την ηχώ των βραδιών που περνούσαν γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, με το άρωμα των σπιτικών γευμάτων να αναδύεται διαχέεται στον αέρα. Η αντήχηση του γέλιου της μητέρας της, το παρήγορο άγγιγμα του χεριού του πατέρα της και η παιχνιδιάρικη κοροϊδία με τον αδερφό της, ζωγράφιζαν ένα καμβά μιας ευτυχισμένης ζωής. Η καρδιά της Πέρσας πονούσε από ένα μείγμα χαράς και λύπης, όσο οι ζωντανές εικόνες την περιτύλιγαν με τη ζεστασιά τους.
Αντίκρισε τον εαυτό της κουρνιασμένο στο πλευρό της μητέρας της, να συγκρίνει τα μικρά της χέρια με αυτής. Πεζοπορίες ωρών που της έδειχνε αστερισμούς στον νυχτερινό ουρανό, υφαίνοντας ιστορίες για γενναίους πρίγκιπες και δράκους. Στην αγκαλιά του μυαλού της, η Πέρσα επισκέφτηκε ξανά μέρη ιστοριών που της ψιθύριζε πριν τον ύπνο στην ησυχία της νύχτας. Την ευγενική καθοδήγηση του χεριού της, που την περιήγησε με ασφάλεια στην πολυπλοκότητα της ενηλικίωσης. Αυτές οι εικόνες, αν και μακρινές στον φυσικό κόσμο, κατοικούσαν μέσα της σαν λατρεμένα κειμήλια, μαρτυρώντας αναντικατάστατες στιγμές.
Έπειτα, φτάνοντας στο ζενίθ της χρονικής εξερεύνησης, ήρθαν οι σκιές. Το αποστειρωμένο δωμάτιο του νοσοκομείου έγινε η νέα της πραγματικότητα και η μυρωδιά του αντισηπτικού αντικατέστησε τη γνώριμη σπιτική ευωδία. Η μητέρα της, ένας φάρος μέσα στην καταιγίδα, σιγά σιγά θάμπωνε κάθε μέρα που περνούσε.
Μια γροθιά ωμής συγκίνησης την χτύπησε καθώς ξανάζησε την τελευταία ανάμνηση που είχε από αυτήν. Άκουσε τη φωνή της, καθώς της έσφιγγε το αποστεωμένο χέρι στο κρεβάτι, να της δίνει υποσχέσεις που δεν μπορούσε να κρατήσει. Ψέματα. Γλυκά, απαραίτητα ψέματα που το ήξεραν και οι δύο. Εκείνη, αν και αδύναμη και χλωμή, με το άσβεστο χαμόγελό της και το στοργικό βλέμμα της, την πλημμύριζε μέχρι την ύστατη στιγμή με την αγάπη της.
Οι χαμηλόφωνες συνομιλίες με τους γιατρούς και η ηχώ του τελευταίου μπιπ του καρδιακού μόνιτορ, την βύθισαν σε ένα κενό που κατάπιε τα πάντα. Η Πέρσα αισθάνθηκε το σώμα της να συρρικνώνεται, το βάρος της απώλειας την κατακρήμνισε στο σκοτάδι.
Μπορούσε να ακούσει μόνο τους χτύπους της καρδιάς της και την αναπνοή της, αλλά υπόκωφα, σαν να βρισκόταν κάτω από το νερό. Ένας υπαρξιακός τρόμος την κυρίευε σταδιακά, καθώς της φάνηκε σαν να βρισκόταν εκεί ατελείωτες ώρες. Κούρνιασε σαν μωρό και αγκαλιάστηκε με τα χέρια της, το ψυχρό σκοτάδι διείσδυε στα κόκαλά της.
Μετά, μέσα στην απόλυτη μαυρίλα, μια κουκίδα φωτός γεννήθηκε. Μεγάλωσε, επεκτάθηκε, και το άμορφο κενό μεταμορφώθηκε σε μια αστρική ταπισερί, όπου οι γαλαξίες στριφογύριζαν σε έναν ουράνιο χορό. Σαν αστέρι που μεγάλωνε ερχόμενο προς το μέρος της, αναδύθηκε μια ακτινοβολούσα φιγούρα, μια σιλουέτα που απέπνεε μια απόκοσμη λάμψη.
Ο Αρχαίος, μια εκδήλωση φωτός και ενέργειας, στάθηκε μπροστά στην Πέρσα ως υπερβατική οντότητα, με τα περιγράμματα του να μετατοπίζονται σαν υγρό ηλιακό φως. Η Πέρσα, αν και χωρίς σημάδια αναφοράς ή προσανατολισμού για το πάνω ή το κάτω, σηκώθηκε και στάθηκε όρθια απέναντί του. Το πελώριο μέγεθός του, διπλάσιο από της ίδιας, την έκανε να αισθάνεται σαν παιδί που κοιτάζει έναν ενήλικο..





