Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17: ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

Σελίδα 283…
Καθώς το σκοτάδι κατάπινε τα τελευταία χρώματα του ορίζοντα, το κρύο της νύχτας δυνάμωσε. Ο παγωμένος άνεμος διαπερνούσε τα ρούχα τους, κάνοντας τον Τέρι να τρέμει παρά τα χοντρά ρούχα που φορούσε. Η παρέα που δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες συνθήκες, αναγκάστηκε να καταφύγει μέσα στο πλοίο.
Αφού κρέμασαν τα βαριά και νωπά από την υγρασία παλτά στην καμπίνα τους, κατευθύνθηκαν προς την τραπεζαρία του πλοίου για βραδινό. Ο χώρος ήταν μικρός και απλός, με τη μυρωδιά του γράσου και του μαγειρεμένου φαγητού να πλανάται στον αέρα. Τα μεταλλικά τραπέζια και οι πάγκοι είχαν γρατσουνιές και μουτζούρες λαδιού από βρώμικα χέρια. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με λευκό χρώμα, που σε σημεία είχε αποκολληθεί, αποκαλύπτοντας το μέταλλο από κάτω. Ένα μικρό παράθυρο, θολωμένο από το αλάτι και το χρόνο, έδινε μια αχνή θέα στη θάλασσα που γυάλιζε από το ολόγιομο φεγγάρι, ενώ ένα φωτιστικό οροφής τρεμόπαιζε από πάνω τους.
Το μενού τους απόψε όπως συνηθιζόταν στο πλοίο είχε μόνο μία επιλογή. Ήταν μία αχνιστή σούπα από φτηνά κομμάτια κρέατος γουανάκοi και λαχανικών, όσα δηλαδή δεν έβρισκαν εμπορική αξιοποίηση από τους κρεοπώλες της πόλης. Η όψη της δεν ήταν ελκυστική και η γεύση της ήταν άγρια και ξένη στους ουρανίσκους τους. Δεν θα την επέλεγαν αν μπορούσαν να το κάνουν, όμως, η ζεστασιά της που απλωνόταν στα σωθικά τους ήταν ευπρόσδεκτη, διώχνοντας το κρύο και κατευνάζοντας την πείνα τους.
Το λιτό γεύμα τελείωσε γρήγορα, αφήνοντάς τους με τη σκέψη της μακράς νύχτας που είχαν μπροστά τους. Γύρω στις εννιά, κατευθύνθηκαν στην καμπίνα τους συμφωνώντας να φρουρούν εκ περιτροπής κάθε τέσσερις ώρες.
Ο Αλεξάντερ πήρε την πρώτη βάρδια. Στεκόταν στο κατάστρωμα, με το βλέμμα του καρφωμένο στο φεγγαρόλουστο τοπίο και τις κορυφές των βουνών που ξεχώριζαν ευδιάκριτα με φόντο την έναστρη νύχτα. Ήταν τυλιγμένος στο βαρύ του παλτό, με τους γιακάδες όρθιους και το κεφάλι του μισοχωμένο μέσα του. Τα γυαλιά του θόλωναν από την ανάσα του στον παγωμένο αέρα, οπότε τα έβγαλε και τα τοποθέτησε προσεκτικά στην εσωτερική τσέπη, κοντά στην καρδιά του.
Γύρω στα μεσάνυχτα, την προσοχή του τράβηξε μια ξαφνική κινητικότητα στο πλοίο. Άκουσε το τρίξιμο από σόλες μποτών που κινούνταν βιαστικά πάνω στο μεταλλικό κατάστρωμα. Είδε πέντε μέλη του πληρώματος να παίρνουν θέσεις τριγύρω από το σκάφος, με τις κινήσεις τους να εκπέμπουν έναν αέρα τεταμένης εγρήγορσης. Το μυαλό του Αλεξάντερ έτρεξε, ανακαλώντας ιστορικές αναφορές για πειρατικές απειλές σε αυτά τα νερά και τις άνομες ιστορίες που είχε διαβάσει στη νεότητά του.
Η περιέργεια τον έτρωγε. Κρατώντας γερά την κουπαστή και με μεγάλη προσοχή αφού το σκαρί ταλαντεύονταν δυνατά από τα κύματα, πλησίασε έναν ναύτη που βρισκόταν στην πρύμνη. Τον ρώτησε για την αναστάτωση και αυτός, με τη λαλιά του ήρεμη και ατάραχη, τον διαβεβαίωσε ότι ήταν μια διαδικασία ρουτίνας, ένα προληπτικό μέτρο που λάμβανε χώρα κάθε φορά που το πλοίο έμπαινε σε αυτά τα νερά.
«Όταν υπάρχει αρκετό φως από το φεγγάρι όπως απόψε, είναι πιο πιθανό να μας επιτεθούν πειρατές. Είναι πιο εύκολο για αυτούς να πλοηγηθούν με τις βάρκες τους στο σκοτάδι.»
Πράγματι, η φωτεινότητα της σελήνης απόψε ήταν όντως έντονη, λούζοντας το σκάφος με μια αιθέρια λάμψη.
Καθώς ο Αλεξάντερ γύριζε στη θέση του, το μάτι του έπιασε κάτω από το γούνινο πανωφόρι του ναύτη, την ανάγλυφη μορφή ενός λείψανου μιας περασμένης εποχής. Ένα αυτόματο στρατιωτικού τύπου πυροβόλο όπλο! Το βλέμμα του πάγωσε για μια στιγμή και ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη, διαλύοντας κάθε ψευδαίσθηση ενός ανέμελου ταξιδιού.
«Έχεις όπλο;» η φωνή του βγήκε πιο σιγανή απ’ ό,τι σκόπευε.
«Ή αυτοί ή εμείς σινιόρ,» απεκκρίθηκε ανέμελα ο ναύτης, χτυπώντας ελαφρά το σημείο. «Στα μέρη σας, οι κλέφτες και οι δολοφόνοι είναι κυνηγημένοι. Εδώ…» έκανε μια παύση, κοιτάζοντας την άγρια, σκοτεινή ακτογραμμή, «Εδώ, νότια της Πούντας Αρένας, είναι ο παράδεισός τους.»
«Έχεις σκοτώσει ανθρώπους;» ρώτησε ταραγμένος και σοκαρισμένος από την χαλαρότητα του ναύτη.
Ο ναύτης δεν απάντησε αμέσως. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τη γωνία του στόματός του.
«Πρώτη φορά στα μέρη μας, ε;»
Ο Αλεξάντερ έγνεψε καταφατικά. Τύλιξε το παλτό του πιο σφιχτά ενόσω επέστρεφε στη θέση του, αμφιβάλλοντας αν θα μπορούσε να κοιμηθεί μετά από αυτά που άκουσε.
Τα λόγια του ναύτη απηχούσαν τη σκληρή πραγματικότητα της ανομίας στις νότιες θάλασσες, στα μέρη πέρα από την επιρροή της Δαίμων. Η αδιάφορη συμπεριφορά του ναυτικού υπονοούσε τη ρουτίνα τέτοιων συναντήσεων, αφήνοντάς τον να παλέψει με τη σκληρή αλήθεια. Βρίσκονταν σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση σημαίνει να είσαι αυτός με το πιο θανατηφόρο εργαλείο. Το υψηλό κόστος του ταξιδιού τους, άρχισε να βγάζει νόημα.
Όταν πήγε μία, ο Αλεξάντερ ξύπνησε τον Τέρι και μοιράστηκε τις ανησυχητικές αποκαλύψεις μαζί του. Ο Τέρι, αν και μισοκοιμισμένος, άκουσε με προσοχή τα λόγια του. Η σοβαρότητα της κατάστασης τον ξύπνησε απότομα. Στη συνέχεια, ο Αλεξάντερ πήρε την θέση του στο κάτω κρεβάτι της κουκέτας προσπαθώντας να κοιμηθεί.
Αφού ντύθηκε καλά, ο Τέρι με την σειρά του πέρασε έξω, παρατηρώντας και αυτός ανήσυχος την δραστηριότητα του πληρώματος. Τα μάτια του, σάρωναν την επιφάνεια της θάλασσας για οποιοδήποτε σημάδι κίνησης, μαζί με αυτά των ναυτών. Στο φιλοσοφικό μυαλό του, τον συντρόφευαν παρήγορα οι διδασκαλίες του Επίκτητουii, σχετικά με την αντοχή στις κακουχίες και τη διατήρηση της ηρεμίας. Ευτυχώς, η νύχτα πέρασε ήσυχα, διακοπτόμενη μόνο από το χτύπημα των κυμάτων στο κύτος του σκάφους.
Κοντοζυγώνοντας η αυγή, μια αχνή πορτοκαλί γραμμή ζωγραφίστηκε στον ανατολικό ορίζοντα. Η ένταση που είχε καταλάβει το πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας, άρχισε να εκτονώνεται και αντικαταστάθηκε από μια αίσθηση επιφυλακτικής αισιοδοξίας. Ο Τέρι, αποφάσισε να μείνει στην θέση του για λίγο ακόμα, όσο για να φωτίσει η μέρα αρκετά και να είναι όλοι τους περισσότερο ασφαλείς.
Στις έξι, το ηλιόφως έγινε αρκετό ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα ο γιαλός της θάλασσας για χιλιόμετρα. Οι ναύτες που είχαν σταθεί φρουρά όλο το βράδυ αποχώρησαν, και όλα φάνηκαν να επιστρέφουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
Ο Τέρι ξύπνησε γλυκά τη Ρία με ένα φιλί στο μάγουλο, δίχως να της πει τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της νύχτας για να μην την ανησυχήσει. Το πρόσωπο της Ρίας και τα αμυγδαλωτά της μάτια, ήταν πρησμένα από τον ύπνο, σημάδι καλής ξεκούρασης. Έπειτα, ξάπλωσε στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας για να ξεκουραστεί και η Ρία, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, ντύθηκε και βγήκε έξω.
Όταν η Ρία πήρε τη θέση της, έμεναν ακόμα περίπου τρεις ώρες ταξιδιού όπως είχαν υπολογίσει μέχρι να φτάσουν το Τόλουιν. Η ημέρα ήταν καλή, παρά το τσουχτερό κρύο που έκανε τα μάγουλά της να ροδίσουν.
Το πλοίο διέσχιζε τα στενά του Αζοπάρντο, μια περιοχή που ήταν κάποτε ξηρά και ο ομώνυμος ποταμός, ένωνε την λίμνη Φανιάνο με τη θάλασσα. Τώρα πια, ποταμός και λίμνη είχαν συγχωνευτεί και το στενό πέρασμα είχε γίνει διώρυγα, με το πλάτος της να κυμαίνεται μεταξύ τετρακοσίων και χιλίων διακοσίων μέτρων.
Η συνθήκες φωτισμού πλέον επέτρεπαν να βλέπει κανείς τα πάντα πεντακάθαρα. Στα δεξιά της, το μάτι της Ρίας έπιασε μια κίνηση στην ακτή. Παρατήρησε μια ομάδα περίπου δέκα ανδρών να κινούνται παράλληλα με το πλοίο. Δεν θα απείχαν από το πλοίο περισσότερο από τριακόσια μέτρα. Σχεδόν ταυτόχρονα με την δική της παρατήρηση, ενθουσιώδεις φωνές ξέσπασαν από το πλήρωμα. Η Ρία δεν καταλάβαινε ισπανικά, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Σε λίγες στιγμές, άνδρες του πληρώματος με όπλα στα χέρια πήραν θέση στην κουπαστή που ήταν απέναντι από την πεζή ομάδα. Χωρίς να χάνουν χρόνο και δίχως δισταγμό, άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Ο εκκωφαντικός κρότος των πυροβολισμών έσκισε την πρωινή ησυχία.
Με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά στα αυτιά της, η Ρία όρμησε πανικόβλητη στην καμπίνα, όπου ο Τέρι και ο Αλεξάντερ είχαν ήδη ξυπνήσει από τους βροντερούς πυροβολισμούς. Ασθμαίνοντας, τους περιέγραψε τη σκηνή που εκτυλισσόταν έξω και όλοι μαζί, ξεμύτισαν προσεκτικά στο κατάστρωμα για να παρακολουθήσουν το χάος από πρώτο χέρι.
Η ομάδα στη στεριά διασκορπίστηκε, αναζητώντας απεγνωσμένα κάλυψη πίσω από βράχους. Δύο φιγούρες κείτονταν πεσμένες στο έδαφος, είτε τραυματισμένοι είτε χειρότερα…





