Από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: ΘΗΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΜΜΟΛΟΦΟΥΣ

Σελίδα 108…
Ο Τέρι δεν έχασε χρόνο. Έβγαλε από το σακίδιό του έναν χάρτη και μια πυξίδα, γονατίζοντας στην άμμο.
«Εδώ,» δείχνοντας ένα σημείο. «Το σκάφος έπαψε να λειτουργεί είκοσι πέντε χιλιόμετρα νότια της Ράφχα και η πτώση, με την ταχύτητα που είχαμε, πρέπει να μας παρέσυρε άλλα πέντε ανατολικά. Με πορεία βόρεια και διορθώνοντας δυτικά, θα φτάσουμε στον οικισμό το σούρουπο.»
Ωστόσο, η ξαφνική διακήρυξη του Καλίντ τελείωσε πρόωρα τη συζήτηση. «Πολύ αργά για σχέδια. Έρχονται για εμάς.»
Το έμπειρο στην έρημο ατένισμα του Καλίντ είχε εντοπίσει μακρινά σύννεφα σκόνης να κινούνται προς το σημείο τους, πίσω από τους αμμόλοφους και την θερμική οφθαλμαπάτη της καυτής ερήμου που διαθλούσε την εικόνα σαν νερό.
«Θα κάτσουμε έτσι απλά να μας αιχμαλωτίσουν;» φώναξε η Υπατία, με τα μάτια της γουρλωμένα από δυσπιστία. Χτυπούσε ακόμα με νευρικότητα το ηλεκτρονικό της βραχιόλι, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να το κάνει να λειτουργήσει.
Πριν προλάβουν να κουβεντιάσουν πιθανές δράσεις, το σύννεφο σκόνης από τα δυτικά πήρε διακριτή μορφή. Ορατές φιγούρες ανθρώπων πάνω σε καμήλες, έρχονταν προς το μέρος τους.
Ξαφνικά, παράξενοι ήχοι ακούγονταν γύρω τους, ξερά, κοφτά ‘κρακ’, σαν πέτρες να χτυπούν το έδαφος και τα συντρίμμια. Σύντομα, ακολουθούσαν τα χαρακτηριστικά μακρόσυρτα βουητά στον αέρα, όταν κάτι ταξίδευε ταχύτερα από την ταχύτητα του ήχου.
Αντάλλαξαν βλέμματα που έδειχναν πως όλοι ήξεραν τι σήμαινε αυτό. Ήταν κάτι που έβλεπαν σε κινηματογραφικές ταινίες του παρελθόντος, αλλά ποτέ δεν είχαν φανταστεί ότι θα ζούσαν στην πραγματικότητα. Δέχονταν βολές από πυροβόλα όπλα περασμένων αιώνων.
«Γρήγορα, όλοι μέσα στο σκάφος!» φώναξε ο Τέρι, με τη φωνή του να σπάει από τον τρόμο. Ένιωσε ένα παγωμένο κύμα αδρεναλίνης να διαπερνά το σώμα του, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά με δύναμη στο στήθος του.
Οι τέσσερις μπήκαν τρέχοντας μέσα στο κουφάρι, σκοντάφτοντας στα συντρίμμια. Το ελαφρύ περίβλημα όμως, δεν ήταν αρκετό για να τους προστατέψει. Οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα τους, τρυπώντας το λεπτό μέταλλο με εκκωφαντικούς κρότους. Μία από αυτές έγδαρε το χέρι του Καλίντ, αφήνοντας μια κόκκινη γραμμή στο μπράτσο του. Αυτός, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή, έσφιξε με το χέρι του την πληγή που έβαψε με το αίμα του τη στολή, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό.
«Καλίντ, Υπατία, καθίστε στα τέρμα πίσω καθίσματα και κουλουριαστείτε,» πρόσταξε με έντονο τόνο ο Αλεξάντερ. «Τέρι, βάλε τον Ταρίκ εμπρός αριστερά και εγώ θα βάλω τη Σοφία στα δεξιά. Τα σώματά τους θα μας καλύψουν.»
Αφού τοποθέτησαν τα ανδροειδή σαν ασπίδες εμπρός τους, κάθισαν κουλουριασμένοι και οι ίδιοι στα κεντρικά καθίσματα, ανήμποροι να κάνουν κάτι άλλο. Οι βολίδες των όπλων καρφώνονταν στα μηχανικά σώματα των ανδροειδών, αποκαλύπτοντας καλώδια και μηχανισμούς κρυμμένα κάτω από το συνθετικό δέρμα και τα ρούχα. Η μυρωδιά των καμένων κυκλωμάτων και του συνθετικού δέρματος γέμισε τον αέρα.
Ο Τέρι, που αλληλοεπιδρούσε πολλά χρόνια με τη Σοφία σαν να ήταν φίλη του, βλέποντας αυτό το θέαμα έκανε μια συνειδητοποίηση που τον έβαλε σε σκέψεις, όσον αφορά την αλήθεια της πραγματικότητάς του. Το ότι την έβλεπε τώρα άψυχη να χρησιμοποιείται ως απλή προστασία, του ήταν συνταρακτικό.
Η Υπατία, με το πρόσωπό της χαραγμένο από φρίκη, αναφώνησε καθώς μια σφαίρα σφύριξε δίπλα από το κεφάλι της. «Γιατί; Γιατί θέλουν να μας σκοτώσουν;»
«Η ζωή εδώ είναι σκληρή,» φώναξε ο Καλίντ για να ακουστεί πάνω από τον κρότο, σφίγγοντας το τραυματισμένο του μπράτσο. «Θέλουν να λεηλατήσουν! Νερό, τροφή! Εμείς είμαστε απλώς εμπόδιο!»
«Δεν είναι παράδοξο;» αναρωτήθηκε ο Αλεξάντερ, η φωνή του πνιγμένη από την ένταση. «Έχουν τεχνολογία QEMP και καταφεύγουν σε τέτοιες μεθόδους;»
«Δεν νομίζω ότι είναι Αντιστασιαστές,» απάντησε ο Τέρι ανήσυχος ενώ ο καταιγισμός πυρών συνεχιζόταν. «Φοβάμαι ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα.»
Η αίσθηση ανατριχίλας που διέτρεξε τα κορμιά τους σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, έγινε περαιτέρω απόκοσμη. Η πιθανότητα οι επιτιθέμενοι να ήταν συμμορίες της ερήμου, έκανε το σχέδιό τους να σώσουν τις ζωές τους το χειρότερο που θα μπορούσαν. Ήξεραν πως ήταν καλύτερα να πεθάνεις, παρά να πέσεις ζωντανός στα χέρια τους.
Το ποδοβολητό των ζώων ακουγόταν πλέον να πλησιάζει και ο Αλεξάντερ έριξε μια ριψοκίνδυνη ματιά έξω.
«Είναι περίπου είκοσι,» ενημέρωσε τραβώντας γρήγορα το κεφάλι του πίσω.
Η εικόνα είχε καρφωθεί στο μυαλό του: Άντρες με κουρελιασμένα, ανοιχτόχρωμα ρούχα, τα πρόσωπά τους καλυμμένα με μαντήλια για να προστατευθούν από τον σκληρό ήλιο. Ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για κλεμμένα ρούχα από τη μεγάλη ανομοιομορφία τους: παλιές στρατιωτικές στολές δίπλα σε φθαρμένα πολιτικά, όλα ξεφτισμένα και βρώμικα.
Οι καμήλες, με το τραχύ, σκονισμένο δέρμα τους και έναν αέρα αγριότητας, βρυχόταν και βογκούσαν καθώς κάλπαζαν. Γδούποι ακούγονταν από τα μαλακά τους πόδια που σήκωναν την άμμο σε σύννεφα, προσθέτοντας στην αίσθηση του χάους.
«Μείνετε σκυμμένοι,» προέτρεψε ο Καλίντ, «Αν επιβιώσουμε, μπορεί να μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε.»
Νιώθοντας τον τρόμο των συντρόφων του, ο Τέρι θέλησε να τους καθησυχάσει. «Όλα θα πάνε καλά,» υποστήριξε με τη χροιά να φέρει μια εύθραυστη βεβαιότητα. «Έχουμε προμήθειες να τους προσφέρουμε, και θα φύγουν. Μας πυροβολούν επειδή φοβούνται ότι μπορεί να έχουμε όπλα.»
Το χέρι του Τέρι πήγε ενστικτωδώς στον καρπό του. Εκεί, κάτω από το μανίκι της στολής του, ήταν το βραχιόλι που του είχε δώσει η Ρία για καλή τύχη. Τα δάχτυλά του το έσφιξαν τόσο δυνατά που οι αρθρώσεις του άσπρισαν.
Έκλεισε τα μάτια του, αποκλείοντας για μια στιγμή τον ήχο των πυροβολισμών, και το πρόσωπο της Ρίας εμφανίστηκε στο σκοτάδι, το καθησυχαστικό της χαμόγελο μια άγκυρα μέσα στο χάος. Η σκέψη να τη δει ξανά, να επιβιώσει από αυτή τη δοκιμασία και να επιστρέψει σε εκείνη, του αναζωπύρωσε την αποφασιστικότητα. Κρατήσου, Ρία, ψιθύρισε στον εαυτό του. Θα τα καταφέρω να γυρίσω σε σένα...





