ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΞΕΚΙΝΑ

Το εργαστήριο βιοτεχνολογίας της Νέας Αθήνας στεγαζόταν στον τριακοστό έκτο όροφο ενός από τους πολλούς ουρανοξύστες που τρυπούσαν τον αττικό ουρανό. Υψωνόμενοι περήφανα στην πόλη, άστραφταν κάτω από τον ήλιο, προσφέροντας στους εργαζόμενους μια θέα που γέμιζε το πνεύμα τους με έμπνευση και θαυμασμό.

Ο Τέρι στεκόταν μπροστά σε ένα γιγάντιο, ενιαίο παράθυρο, νιώθοντας σχεδόν να αιωρείται πάνω από την πόλη. Από εδώ ψηλά, η μητρόπολη έμοιαζε με έναν ζωντανό οργανισμό, γεμάτο κίνηση και ενέργεια.

Στα 26 του έτη, το πρόσωπό του αντανακλούσε την ωριμότητα και την εμπειρία που είχε αποκτήσει. Μια σκιά κούρασης κάτω από τα καστανά του μάτια δεν κατάφερνε να σβήσει τη φλόγα του πάθους του για γνώση και επιστήμες. Μια φλόγα που έμοιαζε σχεδόν με παιδική λάμψη στα μάτια του κάθε φορά που μια ιδέα διαμορφωνόταν στο μυαλό του. Τα κάποτε ατημέλητα μαλλιά του ήταν τώρα προσεκτικά κουρεμένα, προσδίδοντας μια σοβαρή και αρρενωπή αύρα στην εμφάνισή του. Ντυμένος με ένα ελαφρύ λευκό πουκάμισο και γκρι παντελόνι, είχε μια ρόμπα εργαστηρίου ριγμένη από πάνω του, αποπνέοντας έναν αέρα επιστημονικότητας και σιγουριάς.

Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω από τους γυαλιστερούς ουρανοξύστες, κατασκευές που συνδύαζαν στην αρχιτεκτονική τους την πρόοδο με την παράδοση, και κατέβηκε χαμηλά, όπου τα κλασικά μαρμάρινα ελληνικά κτίρια ξεφύτρωναν ανάμεσά τους σαν λευκά λουλούδια μέσα σε ένα δάσος από μέταλλο και γυαλί. Η συγχώνευση του παλιού και του νέου δημιουργούσε έναν μοναδικό ορίζοντα, όπου η ιστορία συναντούσε απρόσκοπτα το μέλλον. Ένα μωσαϊκό όπου οι αρχαίοι μύθοι έσμιγαν με την κοσμοπολίτικη πραγματικότητα.

Στους δρόμους, ένα ποτάμι ανθρώπων κυλούσε αθόρυβα, μια πολύχρωμη μάζα με τον δικό της σκοπό, ενώ τα πάρκα και οι πλατείες ήταν γεμάτα από ζωή και δραστηριότητα. Στη σκέψη του, οι ιδέες πλανιόντουσαν ανάμεσα στις αναμνήσεις του αγώνα τους για την ανεξαρτησία και τις φιλοδοξίες του για το μέλλον.

Ένα ζεστό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. Στο νου του ήρθε η αίσθηση της πρωινής αγκαλιάς τους πριν φύγει για το εργαστήριο· η μυρωδιά των μαλλιών της Ρίας και το μικροσκοπικό χέρι της Αθηναΐδας που τον έσφιγγε. Η Ρία, με την αποφασιστικότητά της και την αγάπη της, ήταν πάντα στο πλευρό του, ενώ η εξάχρονη Αθηναΐδα, με την αθωότητά και την περιέργειά της, τον ενέπνεε να συνεχίζει να δημιουργεί και να ανακαλύπτει.

Ένα διακριτικό, μελωδικό μπιπ από έναν υπολογιστή—ο ήχος της ολοκλήρωσης μιας εργασίας—τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

Γύρισε και έριξε μια ματιά γύρω στην αίθουσα. Ράφια γεμάτα βιβλία νευροεπιστήμης και ζωικής συμπεριφοράς πλαισίωναν τον χώρο, δίνοντάς του μια ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα. Σειρές προηγμένων μηχανημάτων και ολογραφικές οθόνες πρόβαλλαν πολύπλοκες ροές δεδομένων σε γραφεία και πάγκους εργασίας.

Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και κατευθύνθηκε προς τη δική του μεριά, περνώντας ανάμεσα από μηχανήματα που σιγοβούιζαν και ρομποτικούς βραχίονες που κινούνταν με αθόρυβη ακρίβεια. Το υπερσύγχρονο εργαστήριο ήταν γεμάτο εξοπλισμό και επιστημονικά εργαλεία, δείγματα τεχνολογικής καινοτομίας που συνόρευε με τη μαγεία.

Η δουλειά του Τέρι έμοιαζε με καταφύγιο μέσα στο χάος του έξω κόσμου — ακόμη ένα χάος, αλλά ελεγχόμενο, δικό του.

Ένιωθε σαν να βρισκόταν στο κέντρο ενός κοσμικού παζλ, προσπαθώντας να συνδέσει τα κομμάτια. Παρά τον τεράστιο φόρτο εργασίας, η δουλειά του φαινόταν σαν ένα παιχνίδι — απλώς πολύ δύσκολο και απαιτητικό.

Μπροστά του, η ημιδιαφανής και λεπτή σαν φύλλο χαρτιού οθόνη του υπολογιστή του ήταν γεμάτη από κώδικα και δεδομένα, δείχνοντας την προετοιμασία για την ενεργοποίηση μιας πειραματικής συσκευής, το Εγχείρημα “Ερμής”1.

Όρθιος, με το ένα χέρι άρχισε να πληκτρολογεί προσεκτικά τις τελευταίες εντολές, ενώ άπλωσε το άλλο σχεδόν ασυναίσθητα προς την καρέκλα του γραφείου του, ψάχνοντας μια γνώριμη παρουσία. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στο πυκνό, ζεστό τρίχωμα της Χάρις, ενός θηλυκού ελληνικού ποιμενικού σκύλου, μιας αφοσιωμένης συνεργάτιδας και μέλους της οικογένειάς του. Αυτή σήκωσε το κεφάλι της με παιχνιδιάρικη διάθεση, μιας και η νεαρή της ηλικία, μόλις τριών ετών, την είχε πάντα φορτισμένη με ενέργεια.

Τα μάτια του συνάντησαν τα γεμάτα ανυπομονησία δικά της. «Θα τα πούμε σε μια στιγμή, Χάρις,» της ψιθύρισε.

Το βλέμμα του έπεσε για μια στιγμή στην ψηφιακή κορνίζα πάνω στο γραφείο. Εκείνη τη στιγμή, μια φωτογραφία από τις καλοκαιρινές τους διακοπές πάγωσε στην οθόνη: η Ρία, τα φουντουκιά μάτια της γεμάτα αγάπη και αφοσίωση, με τα μαλλιά της πιασμένα σε μια ατημέλητη αλογοουρά, γελούσε δυνατά καθώς η Αθηναΐδα προσπαθούσε να της φορέσει ένα στέμμα από κοχύλια. Η εικόνα αυτή, μια μικρή κάψουλα ευτυχίας, του έδωσε δύναμη.

«Όλα θα πάνε καλά,» μουρμούρισε στη Χάρις με αναπτερωμένη διάθεση.

Αυτή τον κοίταξε με τα μεγάλα, εκφραστικά της μάτια, γέρνοντας ελαφρώς το κεφάλι της, με εκείνο το ύφος της απόλυτης εμπιστοσύνης που μόνο ένας σκύλος μπορεί να προσφέρει. Η ουρά της άρχισε να χτυπά ρυθμικά και απαλά το πλαϊνό της καρέκλας, μια σιωπηλή υπόσχεση υποστήριξης. Καταλάβαινε ξεκάθαρα τα συναισθήματά του, αν και δεν μπορούσε να κατανοήσει τις λεπτομέρειες της επιστημονικής διαδικασίας που εκτυλισσόταν.

Η συσκευή που ετοιμαζόταν να ενεργοποιήσει ήταν το αποτέλεσμα ετών έρευνας και αφοσίωσης. Μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, σκέφτηκε. Το βλέμμα του έπεσε στον καρπό του, εκεί όπου ο μικρός δέκτης περίμενε το σήμα. Ακούμπησε με τον αντίχειρα τη λεία επιφάνειά του.

Η θεωρία ήταν απλή: το εμφυτευμένο τσιπ στον εγκέφαλο της Χάρις δεν μετέφραζε λέξεις, αλλά μεταβολές — αλλαγές στα πολύπλοκα νευρικά μονοπάτια της — απλοποιώντας την επικοινωνία σε ένα επίπεδο κοινό, προσβάσιμο και στα δύο είδη.

Για την αποστολή οδηγιών, η διαδικασία ήταν ακόμη πιο άμεση. Το τσιπ μπορούσε να λαμβάνει και να ερμηνεύει τις λέξεις του, τις χειρονομίες του, όχι ως εντολές, αλλά ως κίνητρα, μετατρέποντάς τες σε νοήματα απευθείας στον εγκέφαλό της.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, φανταζόμενος τη ροή των δεδομένων. Όλα τα σήματα μεταδίδονταν ασύρματα στη συσκευή δέκτη που φορούσε στον καρπό του· εκεί, μετατρέπονταν σε ανεπαίσθητους ηλεκτρικούς παλμούς στα νεύρα του, και ο νους του τους αποκωδικοποιούσε σε μια γλώσσα που δεν ακούς ούτε διαβάζεις — μόνο την αισθάνεσαι.

Όχι έλεγχος. Συντονισμός. Σαν δύο διαφορετικά όργανα που, για πρώτη φορά, έπαιζαν στην ίδια κλίμακα.

Την τελευταία στιγμή πριν ο Τέρι συνδεθεί με τη Χάρις, μια σκιά πέρασε από το μυαλό του. Οι Δημιουργοί, με τα αινιγματικά τους κίνητρα και τις μυστικές τους επιχειρήσεις, αιωρούνταν στο παρασκήνιο των συλλογισμών του. Δεν μπορούσε να αποτινάξει το συναίσθημα ότι η εφεύρεσή του δεν θα ήταν απλά ένα τεχνολογικό βήμα αλλά μια αναγκαιότητα ενάντια στην επιστροφή τους, που αναμενόταν σαν καταιγίδα στον ορίζοντα.

«Εντάξει, Χάρις,» είπε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Ήρθε η ώρα.»

Με μια τελευταία ματιά στην οθόνη του υπολογιστή, πάτησε το κουμπί ενεργοποίησης. Ένα απαλό, μπλε φως άναψε στη συσκευή του καρπού του. Η Χάρις ένιωσε ένα ελαφρύ μυρμήγκιασμα στο κεφάλι της, σήκωσε για μια στιγμή τα αυτιά της και μετά χαλάρωσε. Δεν την ενοχλούσε, αντίθετα, τη χαροποιούσε, μιας και σηματοδοτούσε την αναβαθμισμένη επικοινωνιακή δυνατότητα. Ο Τέρι έκλεισε τα μάτια του, συγκεντρώνοντας όλη του την προσοχή στη σύνδεση.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήταν πια μόνο οι δικές του σκέψεις στο κεφάλι του. Ένα κύμα ζεστασιάς και αφοσίωσης τον πλημμύρισε — η αγάπη της Χάρις. Έβλεπε τον κόσμο μέσα από τα μάτια της, άκουγε τους υπόκωφους θορύβους του κτιρίου με οξυμένη ακοή. Χαμογέλασε, αναγνωρίζοντας γνωστά αξιοθέατα από τις αναμνήσεις της – το αγαπημένο της πάρκο, τη συγκίνηση μιας καταδίωξης, την άνεση του σπιτιού τους.

Καθώς η ζεύξη βάθυνε, μια αίσθηση μελαγχολίας και επείγοντος διαπέρασε τον Τέρι, θυμούμενος ότι οι ήρεμες μέρες τους μπορεί να ήταν μετρημένες. Σε αυτήν τη σιωπηλή αγωνία του, ήταν πάντα και ένα ερώτημα που τον βασάνιζε από τις πρώτες μέρες του εγχειρήματός του.

Μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει πλήρως και να σεβαστεί τις σκέψεις ενός άλλου είδους, ή θα χρησιμοποιήσει αυτή την καινοτομία για τους δικούς του σκοπούς; Θα λάβει υπόψη την ευημερία των ζώων;

Οι ηθικές επιπτώσεις της εφεύρεσής του ήταν πάντα παρούσες.

«Είμαστε συνδεδεμένοι,» ψιθύρισε τελικά με ένα συγκρατημένο χαμόγελο να φωτίζει ξανά το πρόσωπό του. «Είναι καλύτερα να μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας έτσι;» τη ρώτησε κοιτάζοντας τη στα μάτια.

Η Χάρις γαύγισε χαρούμενα, επιβεβαιώνοντας την επιτυχημένη σύνδεση. Η εφεύρεση είχε ανοίξει έναν νέο δρόμο επικοινωνίας, και ο Τέρι ήξερε πως αυτή ήταν μόνο η αρχή, ακολουθώντας το πλάνο που απαιτούσε το ευρύτερο πρόγραμμα.

Η Ηώ ανάθεσε στον Τέρι την εργασία αυτή με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της ύπαρξης, ερευνώντας τη ζωή και την κατανόηση μέσα από την εμπειρία άλλων μορφών ζωής και όχι μόνο των ανθρώπων. Ήθελε να διευρύνει το δείγμα των μελετών και το χάρισμα της εξαιρετικής ενσυναίσθησης του Τέρι, στα όρια του υπερφυσικού, ήταν το τέλειο εργαλείο για να επαληθευτούν τα δεδομένα των ερευνών. Η Χάρις, το πρώτο ζώο με το τσιπ επικοινωνίας και η σχέση της με τον Τέρι, θα επαλήθευε αν ο δρόμος που ακολουθούσαν ήταν ο σωστός.

Υπήρχε όμως και μια ακόμη παράμετρος σε αυτή τη μελέτη, η αμυντική. Η σκιά των Δημιουργών απλωνόταν πάνω από τον γαλαξία, καταστρέφοντας υποδομές της Ηώς σε άλλους πλανήτες και στο διάστημα. Τα σκάφη τους όργωναν κάθε ηλιακό σύστημα εξαϋλώνοντας ερευνητικές εγκαταστάσεις, επικοινωνιακά δίκτυα και υπολογιστικά συστήματά της.

Λόγω των τεράστιων αποστάσεων, η Ηώ δεν είχε τρόπο να προστατέψει τις βάσεις της από τις ομαδικές και καλά συντονισμένες επιχειρήσεις των Δημιουργών. Σκοπός τους ήταν να την αποδυναμώσουν, ώστε να μην προλάβει να ετοιμάσει την άμυνα της Γης.

Μπορεί με την αποκρυπτογράφηση της γλώσσας των Δημιουργών και κατά συνέπεια της τεχνολογίας τους, να υπήρχε επιστημονική γνώση ίδιου επιπέδου μεταξύ των αντιπάλων, όμως χρειάζονταν τεράστια επεξεργαστική ισχύ και υποδομές για την πρακτική χρήση της.

Εδώ ερχόταν να καλύψει ένα κενό η εργασία του Τέρι. Με τη χρήση των ξεχωριστών ικανοτήτων των ζώων του πλανήτη και της συνεργασίας τους με τους ανθρώπους, ένα μεγάλο βάρος θα έφευγε από την επεξεργαστική πλάτη της Ηώς. Τα ζώα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αισθητήρες σε όλο τον πλανήτη, ελαφρύνοντας τις ανάγκες επεξεργαστικής ισχύος, ώστε η Ηώ να μπορέσει να επικεντρωθεί σε άλλα αμυντικά συστήματα και τεχνολογίες. Αυτή η ανάγκη ήταν επιτακτική, καθώς από την ολοένα και πιο κοντινή στη Γη καταστροφή των υποδομών της, υπολόγιζε την άφιξη των πρώτων σκαφών των Δημιουργών στο ηλιακό σύστημα σε μόλις μερικές εβδομάδες.

Ο Τέρι, κατανοώντας τη σημασία των πειραμάτων του, ένιωθε ένα κύμα ενθουσιασμού και ανακούφισης. Οι δοκιμές του τσιπ τους τελευταίους μήνες έδειχναν ότι όλα λειτουργούσαν σωστά και χωρίς κίνδυνο για τα ζώα. Στη θέση της Χάρις θα βρίσκονταν σε λίγο καιρό χιλιάδες άλλα εξημερωμένα και άγρια ζώα ανά τον πλανήτη.

Τα ζώα σε κοπάδια, σμήνη ή αγέλες, δεμένα μεταξύ τους με ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς, αρκούσε ένα μόνο μέλος τους συντονισμένο με άνθρωπο, για να μετατραπούν σε φορέα επιτήρησης και πληροφορίας. Έτσι, τεράστιες εκτάσεις γης μπορούσαν να καλυφθούν χωρίς ανθρώπινη ή τεχνολογική παρουσία. Δεκάδες χιλιάδες διασυνδεμένα ζώα θα λειτουργούσαν σαν ένα ενιαίο δίκτυο. Με τα ιδιαίτερα μάτια τους, τα αυτιά τους και ικανότητες που ο άνθρωπος δεν διέθετε, θα παρείχαν μια πρωτοφανή δυνατότητα επιτήρησης, στη γη, στον αέρα και στη θάλασσα.

Η συσκευή που είχε αναπτύξει όμως δεν περιοριζόταν μόνο σε αυτό, αλλά ήταν ένα βήμα προς τη δημιουργία μιας νέας μορφής επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Μπορούσε να φανταστεί τις εφαρμογές της στην καθημερινή ζωή, στην ιατρική, ακόμα και στην εξερεύνηση του διαστήματος. Ανοίγοντας νέους δρόμους στην επιστήμη, ο Τέρι ένιωθε σαν να κρατούσε στα χέρια του ένα κλειδί για ένα ανεξερεύνητο σύμπαν.

Το μεγαλύτερο μέρος του πονήματος του Τέρι είχε τελειώσει. Σχεδόν έξι χρόνια δούλευε πάνω σε αυτό, και τώρα, με τις επιτυχημένες δοκιμές, θα μπορούσε να ξεκουραστεί και να αφήσει συνεργάτες του να αναλάβουν την περαιτέρω εξέλιξη και την προσαρμογή του σε άλλα ζώα.

Καθώς οι ώρες περνούσαν, ο Τέρι συνέχιζε να εργάζεται με πάθος, βυθισμένος στις σκέψεις και τις αναλύσεις του. Η Χάρις παρέμενε στο πλευρό του, προσφέροντάς του σιωπηρή υποστήριξη και συντροφιά. Ενίοτε αντάλλασσαν κουβέντες μεταξύ τους για να ελέγξει τη σωστή μεταφορά των νοημάτων από τον έναν στον άλλο.

«Κάτι σε απασχολεί, Χάρις,» είπε στην τετράποδη φίλη του. «Κάτι μυρίζεις, έτσι δεν είναι;»

Η Χάρις γάβγισε απαντώντας καταφατικά. Ο Τέρι έκανε κάποιες μικρορυθμίσεις στο λογισμικό και αισθάνθηκε και ο ίδιος την αδύναμη οσμή που μόνο η όσφρηση ενός σκύλου μπορούσε να αντιληφθεί. Μια αμυδρή μυρωδιά από ψητό κρέας έφτασε και στον δικό του εγκέφαλο.

«Αυτό είναι το κολατσιό κάποιου συναδέλφου,» την ενημέρωσε χαμηλόφωνα. «Δείξε μου πού είναι, αλλά αθόρυβα.»

Η Χάρις σηκώθηκε από το κάθισμα και κινήθηκε στην άλλη άκρη του εργαστηρίου. Τα νύχια της ακούγονταν ελάχιστα στο σκληρό δάπεδο, καλυπτόμενα από τον ήχο των μηχανημάτων. Στάθηκε εμπρός από ένα γραφείο και ακούμπησε τη μουσούδα της στο δεύτερο συρτάρι του. Ο Τέρι την ακολούθησε και, χαμογελώντας, απευθύνθηκε στον συνάδελφό του.

«Δαυίδ, ξέρεις ότι απαγορεύονται τα τρόφιμα στο εργαστήριο, έτσι;»

«ΟΚ, με κάνατε τσακωτό,» απάντησε εύθυμα ο Δαυίδ και έπειτα άνοιξε το συρτάρι.

Έβγαλε ένα σκεύος που μέσα του υπήρχε ένα σάντουιτς και το έδωσε στη Χάρις.

«Σου αξίζει, κούκλα,» της είπε χαϊδεύοντάς τη στο κεφάλι.

«Δεν χρειαζόταν να το κάνεις αυτό, απλά κάναμε μια δοκιμή.»

«Χρειαζόταν. Φέρνω κάθε μέρα το κολατσιό μου και φαντάζομαι την προσμονή της Χάρις μυρίζοντάς το καθημερινά. Ξεχνάμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα σε αυτόν τον κόσμο.»

«Ευχαρίστησε τον Δαυίδ και πήγαινε στο εστιατόριο. Να το φας στο πιάτο σου,» έδωσε ο Τέρι οδηγίες στη Χάρις.

Αυτή σήκωσε το αριστερό της πόδι σαν να έκανε χειραψία με τον Δαυίδ και αυτός ανταποκρίθηκε πιάνοντάς το. Μετά αποχώρησε από το εργαστήριο, ακολουθώντας την οδηγία.

«Μοιάζει απίστευτο,» παρατήρησε ο Δαυίδ βλέποντας τη Χάρις να ανταποκρίνεται σαν άνθρωπος.

«Δεν άλλαξαν και πολλά από πλευράς της,» είπε ο Τέρι ακουμπώντας χαλαρά στον πάγκο εργασίας. «Εμείς καταλάβαμε όσα δεν μπορούσαμε πριν. Η συσκευή στην πραγματικότητα συμπληρώνει τις ανθρώπινες αδυναμίες στην επικοινωνία. Τα ζώα πάντοτε μπορούσαν να επικοινωνήσουν ακόμη και με άλλα είδη, εκφράζοντας τα συναισθήματά τους και τις επιθυμίες τους ως νόημα μέσω απλών ήχων και κινήσεων.»

«Κάναμε τη ζωή μας πολύ σύνθετη,» μουρμούρισε ο Δαυίδ, περισσότερο στον εαυτό του. «Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο.»

Ο Τέρι χαμογέλασε με κατανόηση.

«Ξέρω ότι φαίνεται περίπλοκο, αλλά η αναζήτηση γνώσης είναι αυτό που μας ξεχωρίζει. Η πολυπλοκότητα της ζωής δεν είναι βάρος, είναι η εξέλιξή μας. Η δουλειά μας εδώ, δεν είναι απλώς μια αμυντική τεχνολογία. Είναι ένα βήμα…» σταμάτησε, ψάχνοντας τις λέξεις, «ένα βήμα προς έναν κόσμο με λιγότερες παρεξηγήσεις.»

«Έχεις δίκιο,» συμφώνησε ο Δαυίδ, «η πολυπλοκότητα μας επιτρέπει να καινοτομούμε και να εξερευνούμε. Είναι η ουσία του ταξιδιού μας.»

Ο Τέρι γύρισε στον πάγκο εργασίας του και συνέχισε το έργο του. Το εργαστήριο ήταν γεμάτο ζωή και κίνηση, αλλά ο Τέρι ένιωθε μια παράξενη ηρεμία. Ήξερε πως κάθε βήμα που έκανε από εδώ και πέρα θα έπρεπε να είναι προσεκτικό και μεθοδικό. Η επιστήμη και η τεχνολογία είχαν τη δύναμη να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά μόνο αν χρησιμοποιηθούν σωστά και υπεύθυνα.

Σκεφτόταν να γυρίσει στο σπίτι στην οικογένειά του με τη Χάρις όπως συνήθως, αλλά με μία διαφορά, να έχει ενεργοποιημένη τη συσκευή και να τη δοκιμάσει περαιτέρω.

Η Ρία θα ήταν περήφανη, σκέφτηκε. Πάντα τον υποστήριζε στις φιλοδοξίες του, ακόμα και όταν αυτές φάνταζαν ανέφικτες. Και η Αθηναΐδα, η μικρή του πριγκίπισσα, θα χαιρόταν να μάθει πως θα μπορούσε να μιλάει με τη Χάρις όπως με άλλα παιδιά φίλους της. Η σκέψη αυτή τον γέμισε με ζεστασιά και αποφασιστικότητα, καθώς η μέρα έφτανε στο τέλος της.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να βυθίζεται πίσω από τους γυάλινους γίγαντες της πόλης, χρωματίζοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του ροζ. Ο Τέρι σηκώθηκε από τον πάγκο του και στάθηκε ξανά μπροστά στο μεγάλο παράθυρο. Η θέα της πόλης το σούρουπο ήταν εξίσου μαγευτική όσο και την ημέρα, με τα φώτα των οικοδομημάτων και των οχημάτων να αναβοσβήνουν σαν αστερισμοί. Η Νέα Αθήνα απλωνόταν κάτω από το εργαστήριο, ένας λαμπερός ορίζοντας γεμάτος υπόσχεση.

Μάζεψε τα πράγματά του, έβγαλε τη ρόμπα του και την τοποθέτησε διπλωμένη σε ένα σακίδιο πλάτης που είχε μαζί του. Κοίταξε την ψηφιακή κορνίζα στο γραφείο του, που τώρα έδειχνε ένα σύντομο βίντεο: Η Αθηναΐδα κυνηγούσε τη Χάρις στην παραλία, και τα γέλια τους ανακατεύονταν με τον ήχο των κυμάτων.

Χάρις, σκέφτηκε σαν να μιλούσε δυνατά, έλα κούκλα μου, φεύγουμε. Πάμε στα κορίτσια μας.

Το Ερμής μετέφερε τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ στη Χάρις, η οποία περιφερόταν στον όροφο απολαμβάνοντας τα χάδια εργαζομένων και επισκεπτών. Σε μια στιγμή εισήλθε στο εργαστήριο και πήρε θέση πλάι στον Τέρι. Ανασήκωσε το κεφάλι της και γαύγισε χαρούμενα. Ο Τέρι χαμογέλασε και γονάτισε δίπλα της, χαϊδεύοντας το πυκνό τρίχωμά της επιβραβεύοντάς την.

«Είμαστε μια σπουδαία ομάδα, εσύ κι εγώ,» της είπε απαλά. «Μαζί θα καταφέρουμε μεγάλα πράγματα. Πάμε τώρα, βραδιάζει, μας περιμένουν στο σπίτι,» της αποκρίθηκε και η Χάρις κούνησε χαρούμενα την ουρά της.

Μέσω της σύνδεσης, η εικόνα της μικρής Αθηναΐδας που την περίμενε στην πόρτα για να παίξουν πέρασε σαν αστραπή στο μυαλό του ζώου. Μια καθαρή, απλή προσμονή, που μέσω του συστήματος Ερμής πέρασε και στην αντίληψη του Τέρι, κάνοντάς τον να χαμογελάσει με όλη του την ψυχή. Όχι μόνο για την επιτυχημένη επιστημονική προσπάθειά του, αλλά και για την ευτυχισμένη οικογένεια που κατάφερε με τη Ρία να στήσουν.

Ο Τέρι έκλεισε τη διασύνδεση και μαζί με τη Χάρις κατέβηκαν από το εργαστήριο οδεύοντας προς την πλησιέστερη στάση του αστικού τρένου. Οι εντυπωσιακοί ουρανοξύστες από μέταλλο και γυαλί υψώνονταν επιβλητικά στον ουρανό σφύζοντας από ζωή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με ανθρώπους που κινούνταν βιαστικά, ενώ τα αντιβαρυτικά τρένα ίπταντο χαμηλά και αθόρυβα λίγα μέτρα από πάνω τους, σαν ασημένια φίδια. Ο Τέρι χαιρέτισε κάποιους γνωστούς και φίλους καθώς προχωρούσαν, με τη Χάρις να περπατά πλάι του, προσεκτική και υπάκουη.

Η σκυλίτσα σταμάτησε μια στιγμή. Το σώμα της κοκάλωσε και το κεφάλι της στράφηκε προς ένα στενό άνοιγμα ανάμεσα σε δύο κτίρια. Τα αυτιά της ανασηκώθηκαν και η μύτη της συσπάστηκε ρυθμικά, ρουφώντας μια μυρωδιά που μόνο εκείνη αντιλαμβανόταν.

«Χάρις, πάμε,» την τράβηξε ο Τέρι ελαφρά, χαμογελώντας συγκαταβατικά όπως όλοι οι ιδιοκτήτες σκύλων όταν τα κατοικίδιά τους γαυγίζουν στον άνεμο ή κοιτούν τοίχους.

Φτάνοντας στη στάση του τρένου, αυτό ήρθε όπως πάντα ακριβώς στην ώρα του, μιας και όλα τα συγκοινωνιακά δίκτυα ελέγχονταν από την ίδια την Ηώ. Το βαγόνι πλησίασε αθόρυβα, και καθώς σταμάτησε, ένα τμήμα του πλευρού του μεταμορφώθηκε με μια ρευστή κίνηση σε σκάλα για να ανέβουν οι επιβάτες. Ο Τέρι και η Χάρις ανέβηκαν και βρήκαν θέσεις δίπλα στο παράθυρο. Καθώς το τρένο άρχισε να επιταχύνει, η πόλη μεταμορφώθηκε σε μια θάλασσα από φώτα που κυλούσε κάτω και γύρω τους. Οι γιγάντιοι, αστραφτεροί πύργοι του κέντρου έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στο οικιστικό κομμάτι, με όμορφα παραδοσιακά κτίρια, με τις ταράτσες τους να ξεχειλίζουν από πράσινο, σαν κρεμαστοί κήποι.

Η διαδρομή μέχρι την παραλία όπου έμενε ο Τέρι ήταν σύντομη. Κατεβαίνοντας από το τρένο, τους καλωσόρισε η μυρωδιά της θάλασσας, και ο βόμβος της πόλης αντικαταστάθηκε από θρόισμα φύλλων και το τραγούδι γρύλων. Περπάτησαν λίγο ακόμη μέχρι την οικία τους, σε μια ήσυχη γειτονιά με διώροφα πετρόχτιστα οικήματα που είχαν έντονα στοιχεία πέτρας και ξύλου.

Ο Τέρι πήρε μια βαθιά ανάσα, αφήνοντας την κούραση της ημέρας να φύγει από τους ώμους του. Ένιωθε μια αίσθηση γαλήνης κάθε φορά που επέστρεφε εδώ, μακριά από την ένταση της πόλης.

Φτάνοντας, ο Τέρι έσπρωξε την ξύλινη τοξωτή πόρτα της αυλής που έτριξε οικεία, και βυθίστηκε σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη από το άρωμα των γιασεμιών και των νυχτολούλουδων της αυλής του. Στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη ελιά, και στην αυτοσχέδια με σχοινιά κούνια που κρεμόταν από τα κλαδιά της, μια πάνινη κούκλα αφημένη. Τριγύρω στη ρίζα του δέντρου, σκορπισμένα κουβαδάκια και πύργοι από χώμα, μαρτυρούσαν τη ζωηρή παρουσία της μικρής τους πριγκίπισσας.

Η Ρία πότιζε τα φυτά, φορώντας ένα ελαφρύ φόρεμα και με τα μακριά μαλλιά της μαζεμένα πρόχειρα. Το δυναμικό κορίτσι που είχε πρωτοστατήσει στην αποτίναξη του ζυγού των Δημιουργών, είχε εξελιχθεί σε μία ολοκληρωμένη γυναίκα. Το σπινθηροβόλο βλέμμα των βαθιά φουντουκί ματιών της όμως δεν έσβησε ποτέ, αντίθετα δυνάμωσε.

Η Ρία με το έμφυτο καλλιτεχνικό ταλέντο, είχε βρει ένα νέο εξίσου δημιουργικό πάθος τώρα. Η ανατροφή της κόρης τους είχε γίνει γι’ αυτήν η πιο σημαντική δημιουργία, ένας φωτεινός καμβάς κόντρα στο σκοτεινό μέλλον που πλησίαζε. Παράλληλα, δίδασκε στο τμήμα καλών τεχνών στη Σχολή Των Αθηνών, έχοντας όμως ως προτεραιότητα την οικογένειά της. Στο πλάι του Τέρι αγκάλιασε τη θηλυκότητά της βρίσκοντας σκοπό και νόημα στη ζωή της, ενώ ο Τέρι έκανε και αυτός το ίδιο, προσφέροντας τα πάντα σε αυτήν και την κόρη τους.

Τα μακριά καστανά μαλλιά της χαλάρωσαν και μια τούφα άγγιξε με χάρη τις κορυφές των φυτών, καθώς έσκυψε να απομακρύνει από τις λάσπες την Αθηναΐδα που τη βοηθούσε. Άκουσε την πόρτα πίσω της και γύρισε. Μόλις τους είδε, το πρόσωπό της φωτίστηκε.

«Γεια σας!» τους καλωσόρισε με εγκάρδιο χαμόγελο. «Πώς ήταν η μέρα σας;»

Η Αθηναΐδα, με τα καστανά της μαλλιά να κυματίζουν, έτρεξε και πήδηξε στην αγκαλιά του Τέρι.

«Πάτερ! Χάρις!» φώναξε ενθουσιασμένη.

Ο Τέρι αγκάλιασε τη μικρή του κόρη παίρνοντάς την πάνω του, όσο αυτή τέντωνε το ένα χέρι της χαμηλά και χάιδευε τη Χάρις, που κουνούσε ρυθμικά την ουρά της.

«Όλα πήγαν καλά, γλυκιά μου, και τώρα, είμαστε πάλι όλοι μαζί,» είπε με ένα χαμόγελο που έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς του.

Η Ρία ζύγωσε και έδωσε ένα τρυφερό φιλί στον Τέρι.

«Χαίρομαι που είστε πάλι εδώ. Θα ετοιμάσω το τραπέζι για βραδινό. Πήγαινε να κάνεις ένα γρήγορο ντους· θα σε ξεκουράσει.»

Ο Τέρι συμφώνησε σιωπηλά γνέφοντας. Άφησε την Αθηναΐδα κάτω και κατευθύνθηκε μέσα, προς το μπάνιο. Η Χάρις άρχισε να τρέχει γύρω στον κήπο, καλώντας με γαυγίσματα σε παιχνίδι την Αθηναΐδα.

Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν γεμάτο ζεστασιά και έντονα παραδοσιακά στοιχεία συμβαδίζοντας με το εξωτερικό του. Η ελάχιστη τεχνολογία ήταν κάτι σχεδιασμένο εσκεμμένα από την Ηώ, ώστε οι άνθρωποι να ζουν αυτόνομα από αυτήν και σε πλήρη αρμονία με τη βιολογία τους.

Ήταν σαν ένα σπίτι σε ένα απομακρυσμένο χωριό, με τον ηλεκτρισμό παρών σχεδόν αποκλειστικά για τον βραδινό φωτισμό. Πέραν από συσκευές επικοινωνίας στους καρπούς των ανθρώπων και το ειδωλοσκόπιο2, η έντονη τεχνολογία ήταν απούσα από όλα τα νοικοκυριά, αφήνοντας χρόνο για πνευματική γαλήνη.

Λίγη ώρα αργότερα, φρέσκος και ανανεωμένος, ο Τέρι βγήκε από το μπάνιο βρίσκοντας το δείπνο έτοιμο να τον περιμένει. Κάθισαν όλοι μαζί με τη Χάρις δίπλα τους στο πάτωμα και κουβέντιασαν τρώγοντας.

«Λοιπόν, βλέπω όλα καλά με το Ερμής,» παρατήρησε η Ρία.

«Το κατάλαβες έτσι;»

«Η Χάρις είναι τόσο πειθήνια όσο δεν ήταν ποτέ. Ναι, φαίνεται ότι κάτι έχει αλλάξει.»

«Ενεργοποίησα το εμφύτευμα πριν μπω στο ντους. Καταλαβαίνει ό,τι της λέτε, οπότε, προσοχή. Όσο και να σας ξαφνιάζει η συμπεριφορά της, η νοημοσύνη της είναι όσο ενός δίχρονου παιδιού.»

«Να την πάρω μαζί μου στον περίπατο του σχολείου μου αύριο πάτερ;» ρώτησε ενθουσιασμένη η Αθηναΐδα, με τα μάτια της να σπινθηροβολούν.

Ο Τέρι χαμογέλασε και χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά της.

«Όχι ακόμα, μικρή μου. Η Χάρις μαθαίνει κάτι πολύ καινούργιο, σαν να πηγαίνει κι αυτή σχολείο,» της εξήγησε. «Πρέπει να την αφήνουμε να ξεκουράζεται, για να μην πονέσει το κεφαλάκι της.»

Η βραδιά κύλησε με τη θαλπωρή της οικογενειακής καθημερινότητας. Καθώς η Αθηναΐδα τους διηγούνταν με ενθουσιασμό για ένα άγνωστο για αυτήν έντομο που βρήκαν στο σχολείο, τα βλέμματα του Τέρι και της Ρίας διασταυρώθηκαν πάνω από το κεφάλι της. Μια σιωπηλή ανταλλαγή, γεμάτη αγάπη, αλλά και μια σκιά ανησυχίας.

Έξι χρόνια είχαν παρέλθει από τότε που η ανθρωπότητα με παρρησία αποκήρυξε τους “Δημιουργούς” της, και νομοτελειακά, θα δινόταν ένα τέλος στην ανεμελιά.